Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Προσκύνημα.



Αξίζει τον κόπο να ρίξει κανείς μια ματιά στο άρθρο της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ που ακολουθεί αφιερωμένο στον Θανάση Βέγγο.

Με αυτό θα κλείσω και γω το προσκύνημά μου στην μνήμη του σοκαρισμένη γιατί όσο ζούσε τον συμπαθούσα απλώς. Χρειάστηκε να φύγει για να μάθω και να τον εκτιμήσω βαθύτατα.

Ο Θανάσης στη χώρα της συγκίνησης

ΤΗΣ ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΑΡΔΟΥ

Ισως ο πιο αγαπητός άνθρωπος στην Ελλάδα, ο δραματικός μας κλόουν Θου Βου, που πέθανε την περασμένη Τρίτη στα 84, υπήρξε ένας ηθοποιός-σύμβολο που ταυτίστηκε όσο κανείς με τις περιπέτειες ενός ολόκληρου λαού.

Οπως όμως όλοι οι μεγάλοι κωμικοί, είχε και ο Βέγγος μια δραματική φλέβα που τις τελευταίες δεκαετίες ανακάλυψαν οι σημαντικότεροι σκηνοθέτες μας.

Ποιος δεν θυμάται τον όψιμο, σπαρακτικό του ρόλο στην «Ψυχή βαθιά» του Βούλγαρη, όταν πάει να διεκδικήσει το πτώμα του μονάκριβου εγγονού του που έπεσε στον Εμφύλιο, για να τον θάψει όπως του αξίζει; Στα 82 του είχε ακόμα μια ασίγαστη επιθυμία να παίζει. Τόπος γυρίσματος, μια βουνοπλαγιά στο Βίτσι, όπου για χρόνια οι ντόπιοι έβρισκαν σκελετούς ανταρτών.

«Μα ξεκουραστείτε λίγο, κύριε Βέγγο. Και βάλτε αυτά τα γάντια, κάνει παγωνιά εδώ πάνω...», τον παρότρυναν όλοι. «Οχι, πρέπει να δείχνω ταλαιπωρημένος, ξενυχτισμένος. Εχω χάσει το εγγόνι μου στην ταινία... Γιατί να ξεκουραστώ; Θέλω να είμαι στο γύρισμα, με τον σκηνοθέτη μου, πότε θα το ξαναζήσω αυτό;»

«Και τις δύο μέρες που είχαμε γύρισμα, έπρεπε να είναι έτοιμος στις επτά το πρωί», θυμάται σήμερα ο Π. Βούλγαρης. «Ομως η ιδιοκτήτρια του ξενώνα στο Σιδηροχώρι, όπου έμενε, μου έλεγε πως ήταν ντυμένος και πανέτοιμος από τις 5 τα χαράματα. Ηταν υποδειγματικός συνεργάτης. Μάθαινε τέλεια τους διαλόγους του και είχε μεγάλη αγωνία για το γύρισμα».

Το διαπιστώσαμε και όσοι το παρακολουθήσαμε: με μια έμφυτη ευγένεια απέναντι και στον τελευταίο κομπάρσο, ευχαριστούσε τους πάντες, ζητώντας συγνώμη από το συνεργείο όταν χρειαζόταν να ξαναπάει το πλάνο.

«Δεν είναι πόλεμος τούτο που μας βρήκε, κύριε ταξίαρχε. Ντροπή είναι... Ελληνες να τουφεκάνε Ελληνες» λέει στον αξιωματικό, ζητώντας να θάψει το νεκρό εγγονό του. Κάποια στιγμή σταματά: «Παντελή, ήταν λίγο υπερβολικό. Μήπως να το ξαναπάμε;»

Η Ιωάννα Καρυστιάνη μάς είχε πει πως ο Θ. Βέγγος εκπροσωπεί τον λαϊκό άνθρωπο που ζει στο πετσί του τα αποτελέσματα της ιστορίας, όπως τη διαπλέκουν οι ισχυροί...

- Κύριε Βέγγο, το θέμα πρέπει να σας λέει πολλά, του είχαμε πει. Κάνατε κι εσείς Μακρόνησο...

«Ναι, για τεσσεράμισι χρόνια. Πέρασα δύσκολα. Ο Τάσος ο Ζωγράφος έμεινε δυόμισι χρόνια. Κάθε πρωί πήγαινε σε ένα βράχο πάνω από τη θάλασσα και τάιζε τη γοργόνα του. Καθόταν μέχρι το βράδυ και της έριχνε ψίχουλα, διαλύοντας την κουραμάνα του. Οταν ήταν να απολυθεί, του έλεγα: "δώσε μου κι εμένα να φάω, ρε Τάσο, από την καραβάνα σου"...»

Στο χώρο του θεάματος άλλωστε ο αριστερών φρονημάτων Βέγγος (που μεγάλωσε με έναν πατέρα που απολύθηκε λόγω φρονημάτων από την Εταιρεία Ηλεκτρισμού) βρέθηκε ύστερα από προτροπή του συγκρατούμενού του στη Μακρόνησο Νίκου Κούνδουρου. Εφτιαξε μάλιστα ένα πολύ ωραίο σκίτσο του Θανάση της Μακρονήσου. Ενα απόγευμα ο Βέγγος του έφτιαξε ένα πρόχειρο σανιδένιο κρεβάτι. Γρήγορα άρχισε να συμμετέχει και στις παραστάσεις του Κούνδουρου, στο θεατράκι που είχαν στο δεύτερο τάγμα: «Εκανα μιμήσεις, παρωδούσα διαφημίσεις για γυναικείες κρέμες, οτιδήποτε. Γελούσαν οι πάντες. Από πού κι ως πού εγώ αστείος, αναρωτιόμουν μέσα μου...»

Ο Ντίνος Δημόπουλος, στο βιβλίο του «Ενας σκηνοθέτης θυμάται...» (1998), ανακαλούσε το βράδυ εκείνο που, πολλά χρόνια μετά, ο Βέγγος, «μετά από πολλά παρακάλια άνοιξε το στόμα του και μας μίλησε για πρώτη φορα για τη Μακρόνησο»: «Εμένα δεν μου έκαναν τίποτα, εκεί στη Μακρόνησο, μπροστά σ' αυτά που έκαναν στους άλλους. Δεν μιλάω για τις απειλές, για το ξύλο, για την πείνα, για την ταπείνωση, για τα μαρτύρια, για τους βασανισμούς. Μιλάω για την ντροπή. Για κείνους που δεν άντεξαν. Και τους ανάγκασαν να στραφούν ύστερα εναντίον των συντρόφων τους. Αυτό δεν το σηκώνει κανένας. Είναι η χρεοκοπία του ανθρώπου».

Κι όμως, κατάφερε τη μαυρίλα της μετεμφυλιακής εποχής να την ξορκίσει με τη χαμογελαστή συγκίνηση, τις χαρακτηριστικές νευρωτικές, κοφτές μανιέρες, τα τικ του και την αμίμητη εκφραστικότητα του σώματός του που ενίοτε θύμιζε ήρωα του βωβού.

Οι συνεργασίες του με τον Βούλγαρη το '90 («Ησυχες μέρες του Αυγούστου», «Ολα είναι δρόμος») πάντα ξάφνιαζαν. Ποιος δεν θυμάται το Βέγγο-θηροφύλακα να διασχίζει με τη βάρκα του το Δέλτα του Εβρου και στο τέλος, σε ρόλο τιμωρού, να εκτελεί έναν αδίστακτο κυνηγό που πυροβολεί την τελευταία νανόχηνα που κατοικεί στον βιότοπο; Η σύγκρουση συμβολική: δύο τύποι ανθρώπων, δύο τύποι ηθικής.

«Οταν του πρότεινα να παίξει αυτόν τον ρόλο», λέει ο Π. Βούλγαρης, «εκείνος φώναξε τη γυναίκα του και τα δύο του αγόρια και τους ρώτησε τη γνώμη τους. Αν έπρεπε δηλαδή να πυροβολήσει. "Δεν έχω σκοτώσει ποτέ κανέναν σε ταινία", μου είχε πει. Ομως οι δικοί του τον παρότρυναν: "Μπαμπά, να το κάνεις". Ολες οι αποφάσεις περνούσαν από την οικογένειά του. Τους λάτρευε».

Ο Βούλγαρης αισθάνθηκε από νωρίς τη δραματική φλέβα του Βέγγου: «Το ένστικτό μου με οδηγούσε εκεί. Ιδιαίτερα βλέποντας την ερμηνεία του στις ταινίες του Κατσουρίδη. Αλλά ακόμα και κωμωδίες είχαν κάτι το δραματικό, όπως και το "Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ" του Μανθούλη».

Στις «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» που το 1991 του χάρισαν κρατικό βραβείο ερμηνείας, ο Βέγγος ενσαρκώνει έναν συνταξιούχο, παντρεμένο ναυτικό που ένα βράδυ, στον ηλεκτρικό, συναντά μια απελπισμένη γυναίκα. Οταν αυτή λιποθυμά την πηγαίνει στο νοσοκομείο, κι ύστερα τη φιλοξενεί στο σπίτι του. «Απέδωσε όμορφα μια λεπτή, ιδιαίτερη σχέση ανάμεσά τους. Παρέα βρήκαμε έναν τρόπο να τιθασεύσει την απίστευτη εκφραστικότητα του προσώπου του. Σιγά σιγά άρχισε κι εκείνος να κερδίζει τη λιτότητα».

Οταν ο Βούλγαρης γύριζε το «Προξενιό της Αννας», «ήρθε να μας δει στο γύρισμα με δυο ταψιά γαλακτομπούρεκο. Κι όταν είδε την κουζίνα σε κακό χάλι, άρχισε να μας πλένει τα πιάτα! Ηταν μανιώδης με την καθαριότητα».

Ο Γ. Λαζαρίδης είχε γράψει πως «μοναδικός εχθρός του Βέγγου ήταν ανέκαθεν η σκόνη! Παλιά εχθρότητα, που αποκτήθηκε από την εποχή που η σκόνη με την άμμο ήταν με απαράμιλλη ομοψυχία πανταχού παρούσες (από το αντίσκηνο μέχρι το παγούρι και την καραβάνα) στις υποχρεωτικές διακοπές εθνικοφροσύνης που έκανε στη Μακρόνησο...».

Δραματικές καταστάσεις όμως ο Βέγγος δεν έζησε μόνο στη μεγάλη οθόνη. Η χρεοκοπία τού στοίχισε πολύ. «Ημουν στο γύρισμα», θυμόταν παλιότερα ο ίδιος, «κρεμασμένος ανάποδα από τον τέταρτο όροφο για κάποια σκηνή, κι ένας βοηθός μου αρχίζει να φωνάζει: "Είναι ανάγκη, είναι ανάγκη!" "Τι έγινε, καλέ μου άνθρωπε;" "Διαμαρτυρήθηκε το πρώτο γραμμάτιο της Κόντακ" μου φωνάζει. "Και είναι ανάγκη να μου το πεις τώρα; Ασε με να κατέβω πρώτα!"»

Μέχρι τέλους, όπως μάθαμε, έπαιρνε μια πενιχρή σύνταξη 800 ευρώ. Το μνημόνιο του την πετσόκοψε κι αυτή... «Το άγχος είναι η σπεσιαλιτέ μου. Μόνο στον άλλο κόσμο θα ηρεμήσω», έχει δηλώσει.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, οι ταινίες του γίνονταν όλο και πιο «πολιτικές», αποκαλύπτοντας έναν άλλο, πιο εσωτερικό Βέγγο: Πατρίς Βιβάνκο («Ζωή Χαρισάμενη»), Γιάννης Σολδάτος («Το αίνιγμα») και βέβαια με τον Θ. Αγγελόπουλο στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» (1995). Σε μια σκηνή ο Βέγγος-ταξιτζής αντικρίζει ένα χιονισμένο τοπίο: «Μωρή φύση, μόνη σου είσαι; Μόνος μου είμαι κι εγώ. Πάρε ένα μπισκότο!». «Μόνο ο Θανάσης θα μπορούσε να το πει έτσι, ώστε να είναι κωμικό, αλλά και να μην είναι ταυτόχρονα».

Οπως μας είπε ο Θ. Αγγελόπουλος, σε μια άλλη σκηνή, «κι ενώ έκανε αφόρητο κρύο και γυρίζαμε μέσα στο χιόνι, ένιωσα πως ο Θανάσης αισθανόταν αμήχανα μπροστά στον Χάρβεϊ Καϊτέλ. Δεν έβγαινε η σκηνή. Τον τσίγκλισα. Αλλος θα το έπαιρνε σαν προσβολή, όμως εκείνος αποδέχτηκε την πρόκληση. Ξαφνικά απελευθερώθηκε. Κι αυτό που έπρεπε να πει, το είπε με ένα ρίγος στη φωνή. Είπε κάτι που σήμερα θα ευχόμουν να είναι ένας εξορκισμός: "Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας. Τρεις ή έξι χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες κι αγάλματα. Και πεθαίνουμε. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα να πεθάνει γρήγορα. Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ"».

Τελευταίος του κινηματογραφικός ρόλος ήταν ένα πέρασμα στο «Πέταγμα του κύκνου» του Νίκου Τζήμα. Δεν πρόλαβε να υποδυθεί τον Πρόσπερο στην κινηματογραφική μεταφορά της σεξπιρικής «Τρικυμίας» από τον Δήμο Αβδελιώδη: «Ημασταν έτοιμοι για γύρισμα το Νοέμβριο του 2003, αλλά αρρώστησε», μας είπε ο σκηνοθέτης. «Ο Βέγγος», συμπληρώνει, «δεν ήταν ποτέ κάτι ξεχωριστό στη σκηνή και κάτι ξεχωριστό στην ζωή. Ηταν το ίδιο πράγμα. Θύμιζε στοιχειό: εμπεριείχε ένα θεϊκό, δαιμονικό στοιχείο που μας ξεπερνά. Και σε ένα βαθμό θα παραμείνει ακατανόητο».

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Οσα Μνημόνια και να πέσουν τα εκατομμύρια Θανάσηδες θα επιβιώσουν.









Ακατέργαστος κι αναλλοίωτος φυγε ο Βέγγος μαζί με όσους άλλους φεύγοντας πήραν μαζί τους τα καλύτερά μας χρόνια।

Τα χρόνια της Αθωότητας !!!

```````````````````````````````````````````````````````````````````````````````
Λαθρεπιβάτες !!!!

Ένα αφιέρωμα στον Θανάση Βέγγο από τον Δημήτρη Δανίκα στο ΒΗΜΑ


Ενα το ακαταμάχητο, το απροσμέτρητο, το ιδιαίτερο και το αναντικατάστατο πλεονέκτημα του Θανάση Βέγγου। Ενα και μοναδικό। Δεν ήταν ηθοποιός। Οποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό δεν έχει ιδέα περί υποκριτικής Τέχνης। ΟΘανάσης δεν έπαιζε ρόλους। Δεν έμπαινε στο πετσί κάποιου χαρακτήρα। Δεν υποδυόταν τον Αλλο। Αυτός και ο Ηθοποιός δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί। Μπορεί και εχθρικοί. Ο Βέγγος έπαιζε τον εαυτό του. Αποκλειστικός σκηνοθέτης του εαυτού του ήταν το κύτταρό του. Το βίωμά του. Η εξορία του. Η άδεια τσέπη του. Ο αστυνομικός του φάκελος. Το περιθώριό του. Το βάσανό του. Η κοροϊδία του. Μια κατηγορία από μόνος του. Ακατέργαστος και αναλλοίωτος. Γι' αυτό έπαιζε διαρκώς τον ίδιο ρόλο. Εναν ρόλο μονόχορδο, μονοδιάστατο και μονοσήμαντο. Το ανθρωπάκι. Ο φουκαράς, ο φτωχοδιάβολος. Ο πονηρούλης. Ο βιοπαλαιστής. Ο ασήμαντος. Ο μικροκομπιναδόρος. Ο καρπαζοεισπράκτορας. Οπως η συντριπτική πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού μετά τον Εμφύλιο. Γι αυτό έτρεχε ασθμαίνων προς όλες τις κατευθύνσεις. Να κοροϊδέψει τους δανειστές του. Να δραπετεύσει από τους διώκτες του. Να ξεφύγει από τους βασανιστές του. Να ξεχάσει τα Μακρονήσια του. Να διαφύγει ακόμα και από την σκιά του. Γι' αυτό ο απλός, καθημερινός θεατής ταυτίστηκε μαζί του. Μα φυσικά επειδή ήταν σάρκα από την σάρκα του. Ο πόνος από τον πόνο του. Το καθημερινό τρεχαλητό από το τρεχαλητό του. Η πονηριά από την πονηριά του. Ο μικρός Οδυσσέας που ο Νεοέλληνας κρύβει μέσα του. Ο Καραγκιόζης που λαθραία επιβιώνει κόντρα σε όλες τις συνθήκες και επιβιώνει απ' όλες τις εξουσίες και απ' όλους τους δυνάστες του. Αυτό ακριβώς. Οπως ο Ελληνας έτσι κι αυτός. Λαθρεπιβάτης στην κοινωνία. Λαθρεπιβάτης στην εργασία. Λαθρεπιβάτης στο καθημερινό γίγνεσθαι. Ετσι και ο Θανάσης. Λαθρεπιβάτης στην οθόνη. Δεν ξέρω για τον Γιώργο, τον Αντώνη και κάθε μεγάλο και μικρό πολιτικό. Ενα ξέρω. Οσα Μνημόνια και να πέσουν τα εκατομμύρια Θανάσηδες θα επιβιώσουν. Οπως λέει και το τραγούδι, οι κυβερνήσεις πέφτουν μα ο Θανάσης μένει

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

"ANAΣΤΑΣΗ"

Η πρώτη «AΝΑΣΤΑΣΗ» είναι αυτή που συντελείται στην Ψυχή μας, την Συνείδησή μας, την Σκέψη μας.
Ας αναστηθεί η Ανθρωποσύνη και ας υπηρετήσουμε την Ζωή με την Αγάπη και τον σεβασμό που της αξίζει.

Ας συνειδητοποιήσουμε θαρραλέα το πραγματικό νόημα της Ζωής, το έσοδο της προσφοράς , τον πλούτο της «Δωρεάς» και την «παρηγοριά» της «μοιρασιάς»

Ας ξεμπλοκάρουμε την σκέψη μας , απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις ,φόβους, ανασφάλειες ,εμμονές κι ας χαρούμε τούτο το ταξίδι βέβαιοι όντες ότι στο πέρασμα μας απέναντι δεν παίρνουμε τίποτα μαζί μας . Ούτε έναν κόκκο από την ύλη του σώματός μας .

Ας αξιωθούμε στην ιδέα ότι φεύγοντας, την υστάτη στιγμή του αποχωρισμού μας με την Ζωή, μπορούμε να την «αναστήσουμε» σε κάποιον που μένει πίσω και κινδυνεύει να την χάσει.

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

`````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Μια καρδιά στην τηλεόραση

Γράφει η Ρίκα Βαγιάνη

Το παιδάκι δεν σωζόταν. Ηρθαν οι γονείς του με την ψυχή στο στόμα να «βγουν στην τηλεόραση»... Το ξέραμε πως το αγόρι ήταν φευγάτο. Τι να λέγαμε, όμως, στη μάνα και στον πατέρα που ήρθαν οπλισμένοι μοναχά με την απελπισία τους κι ένα ματσάκι ιδρωμένες φωτογραφίες. «Να βρεθεί, έστω και στο παραπέντε, μία καρδιά για το παιδάκι μας».

Θυμάμαι την απάντηση που πήρα στην τυπική, προβλέψιμη ερώτηση «πόσο καιρό είστε στη λίστα». «Δύο χρόνια, τέσσερις μήνες, μία εβδομάδα και τρεις ημέρες», μου απάντησε ο πατέρας με σιγουριά, έτοιμος να απαριθμήσει ακόμα και τα δευτερόλεπτα της αναμονής. Θυμάμαι τα λόγια της μητέρας που έλεγε ότι ακόμα κι αν «δεν έβρισκαν καρδιά στην τηλεόραση» ίσως κάποιος να επηρεαστεί, να δεχτεί να μεταμοσχευτούν τα όργανα του οικείου του προσώπου, βγάζοντας στο μέλλον μια άλλη μάνα από την ίδια θέση. Οι δωρητές οργάνων είναι πολύ λίγοι στην Ελλάδα.

Στη συζήτηση εκείνη έμαθα για τη λεγόμενη «πολιτική εξαίρεσης». Πρόκειται για ένα εθνικό σύστημα δωρεάς οργάνων που θεωρεί τους πολίτες μιας χώρας «υποχρεωτικώς δωρητές», εκτός αν οι ίδιοι ζητήσουν, με γραπτή δήλωσή τους, να εξαιρεθούν. Τέτοια πολιτική εφαρμόζεται, λόγου χάρη, στην Ισπανία (για να αναφέρω μια μεσογειακή χώρα, με έντονες κοινωνικές ομοιότητες με την Ελλάδα). Το «ισπανικό μοντέλο» δωρεάς οργάνων έχει θεωρηθεί παγκοσμίως επιτυχημένο και αρκετές χώρες το αντιγράφουν ή συζητούν άμεσα να το αντιγράψουν, ολοκληρωτικά ή εν μέρει.

Δεν ξέρω αν τελικώς θα ισχύσει η πρόταση για να περάσουμε και στη χώρα μας από την εθελοντική στην υποχρεωτική (πλην αυτο-εξαίρεσης) δωρεά οργάνων. Προσωπικά θα το χειροκροτούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Ξέρω, όμως, ότι η «υπόθεση όργανα» είναι σύνθετη, έχει να κάνει με τις προσωπικές πεποιθήσεις του καθένα μας. Υπάρχει έλλειψη ενημέρωσης, προκαταλήψεις και ταμπού. Αυτά, ως προς τη δωρεά, βεβαίως.

Γιατί όταν βρεθούμε στην απέναντι όχθη, στην πλευρά της ανάγκης, η οπτική γωνία αλλάζει τραγικά: τότε «ξεπερνάμε» όλα μας τα ταμπού, όλα τα κενά ενημέρωσης και ψάχνουμε «μία καρδιά για το παιδί», ένα νεφρό για μας, έναν πνεύμονα για το ταίρι μας. Τότε που οι όποιες «πεποιθήσεις » εξατμίζονται μπροστά στην ανάγκη να σωθεί ο άνθρωπός μας. Ψάχνουμε οπουδήπτε, ακόμα και στην τηλεόραση.

(Η εκπομπή εκείνη δεν παίχτηκε ποτέ, από σεβασμό στο πένθος των γονιών. Το αγοράκι τους δεν έζησε ούτε μέχρι την ημέρα της προγραμματισμένης προβολής, δύο εικοσιτετράωρα μετά τη μαγνητοσκόπηση.)


Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Ο Έλληνας παραμυθάς


"Το ιδανικό μου δεν είναι να πλουτίσω, ούτε να ζήσω ευτυχής, αλλά να εργασθώ, να δράσω, να δημιουργήσω। Να κάνω κάτι αντάξιο ενός ανθρώπου ηθικού και δυνατού"
(Γεώργιος Ν। Παπανικολάου)

Γεώργιος Παπανικολάου Γεννήθηκε στην Κύμη της Εύβοιας το 1883- πέθανε στο Μαϊάμι στις 19 Φεβρουαρίου 1962.

Σε μιαν εποχή που ήταν αμφιλεγόμενη ακόμη και η σκοπιμότητα εισαγωγής των καρκινοπαθών σε νοσοκομείο, Εκείνος πάλευε νυχθημερόν να θέσει υπό έλεγχο τον καρκίνο και να προλάβει τον θάνατο σε εκατομμύρια γυναίκες στον κόσμο . Η μελέτη αυτή τον οδήγησε στην ανακάλυψη του –« Paptest» που τον καθιέρωσε σαν έναν από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους ευεργέτες της ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Δέον να σημειωθεί ότι γι' αυτή την έρευνα που απετέλεσε γι αυτόν Όραμα Ζωής ,δέχτηκε πολλές αρνητικές,περιπαιχτικές κριτικές από συναδέλφους του επιστήμονες της εποχής ,οι οποίοι τον σαμποτάρανε και τον αποκαλούσαν επιεικώς,

"Ο Ελληνας Παραμυθάς."

Γι αυτόν τον «Ωραίο Έλληνα» έχει να πει η στενή συνεργάτης του στο New York Hospital παθολογοανατόμος - κυτταρολόγος κ. Νέδα Βουτσά - Περδίκη,

Το ρεπορταζ είναι της Ιφιγένειας Διαμαντή στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Η ζωή δίπλα στον Γεώργιο Ν. Παπανικολάου

Κάθε χρόνο, στην επέτειο θανάτου του Γεωργίου Ν. Παπανικολάου, που απεβίωσε σαν σήμερα πριν από 49 χρόνια, μία από τις βοηθούς και συνεργάτιδές του στο New York Hospital του Πανεπιστημίου Κορνέλ τη δεκαετία του ’50, η παθολογοανατόμος - κυτταρολόγος κ. Νέδα Βουτσά - Περδίκη, μοιράζεται με όσο το δυνατόν περισσότερους αποδέκτες, την εκτίμησή της στο πρόσωπο του σπουδαίου γιατρού και ερευνητή, που αναγνωρίστηκε διεθνώς για την ανεκτίμητη συμβολή του στη διάγνωση του καρκίνου. Το τεστ Παπανικολάου (Pap test ή Pap smear), που σήμερα θεωρείται εξέταση ρουτίνας, ανιχνεύει σε πρώιμο στάδιο τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, τη δεύτερη συχνότερη κακοήθη νόσο των γυναικών μετά τον καρκίνο του μαστού. Ηταν αυτή η συμβολή του επιστήμονα που του χάρισε περισσότερες από 50 διακρίσεις και που περίπου τέτοια εποχή πριν από δύο χρόνια τον έφερνε με 103.661 ψήφους, δεύτερο στους 100 «Μεγάλους Ελληνες» του ΣΚΑΪ.

«Απόλυτα αφοσιωμένος στο έργο του, ο καθηγητής αξιοποιούσε κάθε στιγμή της ημέρας. Ακόμη και καθ’ οδόν προς το εργαστήριο, μελετούσε εργασίες και συγγράμματα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η αγαπημένη του γυναίκα, Μάχη», διηγείται η κ. Περδίκη. Στο τραπέζι του σαλονιού δίπλα της, προσεκτικά φυλαγμένα και τακτοποιημένα τα ενθύμια μιας ζωής, οι φωτογραφίες και η αλληλογραφία, δημοσιεύματα και άρθρα «συνδράμουν» την αφήγησή της για πώς η τύχη, αλλά και η δική της επιμονή να κυνηγήσει το όνειρό της, την έφεραν να εργαστεί στο πλευρό του. «Ο ένας χρόνος που δούλεψα στο εργαστήριό του ήταν αρκετός για να δει κανείς το ποιόν του. Ηταν άνθρωπος που νοιαζόταν για το καθετί. Σχολαστικός και επίμονος, τον διέκρινε η σεμνότητα, η απλότητα, η σοβαρότητα και η στοργή. Δεν θα ξεχάσω το πώς με υποδέχθηκε», λέει. Με ανοιχτές αγκάλες! «Σηκώθηκε όρθιος, άνοιξε τα χέρια του και μου είπε “Καλώς την!”. Σαν πατέρας που υποδέχεται την κόρη του. Κάθε Πέμπτη, εκείνη πήγαινε στο σπίτι τους στη Νέα Υόρκη και έφτιαχνε το αρχείο του. Από τα χέρια της πέρασαν δημοσιεύσεις, συνεντεύξεις και ένα σωρό άλλα ντοκουμέντα μιας σπουδαίας σταδιοδρομίας και η τακτή αυτή επικοινωνία συνετέλεσε ώστε να τους γνωρίσει περισσότερο, αλλά και να διατηρήσει μια στενή φιλική σχέση και με τη Μάχη Παπανικολάου μέχρι το θάνατό της πριν από 29 χρόνια.

«Ακούραστη σύντροφος, η Μάχη στάθηκε στο πλευρό του και πάντα τον ενθάρρυνε να συνεχίσει την πρακτική εφαρμογή των ερευνών του μέχρι την αναγνώριση της σπουδαίας ανακάλυψής του», συνεχίζει. Κι αυτό, επειδή χρειάστηκε να περάσουν χρόνια από την πρώτη επιστημονική ανακοίνωση το 1923, την οποία ακολούθησε δεύτερη, πέντε χρόνια αργότερα, και άλλη μια δεκαετία, ώσπου το 1939 άρχισαν να γίνονται επίσημα δεκτές οι έρευνές του στον νέο -τότε- κλάδο της Κλινικής Κυτταρολογίας, μέχρι την επίσημη θεμελίωσή της το 1943 με την εργασία του επάνω στη «Διάγνωση του Καρκίνου της Μήτρας διά του Κολπικού Επιχρίσματος», που προσυπέγραφαν μέλη των ιατρικών σχολών του Χάρβαρντ, της Βοστώνης και της Νέας Υόρκης.

Αξια μαθήτριά του, η κ. Νέδα Βουτσά - Περδίκη συνέχισε σπουδές και ερευνητικό έργο που την αξίωσαν να διατελέσει επιμελήτρια στο Mass Memorial Hospital του Πανεπιστημίου της Βοστώνης, συνεργάτιδα του Memorial Hospital της Νέας Υόρκης, διευθύντρια της Σχολής Κυτταρολογίας του Πανεπιστημίου της Φλόριδα και του Παθολογοανατομικού - Κυτταρολογικού Τμήματος στη «Σωτηρία».