Χρόνια τώρα έχω μπει στην διαδικασία να συλλογίζομαι διεξοδικά κάθε τι που συμβαίνει ολόγυρά μου. Ασήμαντα έως σημαντικά ,κατά την άποψη μου πάντα . Συνδέω τις άκρες τους με την συμπεριφορά της Φύσης ,του σύμπαντος που δεν γνωρίζω και δεν θα μάθω ποτέ, αλλά νοιώθω ότι είμαι-είμαστε ένα μέρος του.
Η ιστορία που ακολουθεί είναι ένα πραγματικό μου βίωμα .
Ψώνιο μεγάλο έχω με τα λουλούδια. Με τα φυτά εν γένει.
Εδώ και πάρα πολλά χρόνια μεγάλωνα ένα benzamin στο μπαλκόνι μου. Ο Κορμός και τα κλαριά του γέρικα αλλά δυνατά. Διαμετρικά δεν χωρούσαν στην χούφτα μου.
Η φυλλωσιά του παραδόθηκε στον χιονιά του περυσινού Χειμώνα και το δεντράκι έμεινε σχεδόν γυμνό από φύλλα. Δυο τρία κλαριά μόνο έμειναν ακόμη ντυμένα πράσινα.
Είπα λοιπόν να του αλλάξω γλάστρα, νέο φρέσκο χώμα ακόμη και θέση, μήπως και το ξανανιώσω σε νέο περιβάλλον. Το άφησα 7 ημέρες απότιστο, για να μπορέσω να το βγάλω από τη γλάστρα. ΑΔΥΝΑΤΟΝ ! Βρε το έσερνα από δω, το γύριζα από κει τίποτα. .Σύσσωμο φυτό και γλάστρα λες κι είχαν τεντώσει τα πόδια, είχαν σφηνώσει στο μωσαϊκό του μπαλκονιού και δεν μετακινούνταν ούτε με γερανό. Ώσπου ανακάλυψα, ότι «χλωρές» ρίζες έχουν τρυπήσει τη γλάστρα έχουν γίνει τουλάχιστον πέντε εκατοστά κορμός. Έχουν διεισδύσει εκεί που σμίγει το μαρμάρινο πρεβάζι με το μωσαϊκό, έχουν προχωρήσει προφανώς βαθιά στη πλευρά του μπαλκονιού όπου τοίχος. Νηστικές, άνυδρες προχωρούν ακάθεκτες όπου τις οδηγεί το ένστικτό τους. Χωρίς τροφή, χωρίς νερό, χωρίς φως.
Έμεινα άναυδη και έκθαμβη να παίρνω ακόμη ένα μάθημα από τη Φύση.
Τι να έκανα όμως που έπρεπε να «χτυπήσω το κακό στην ρίζα του», πριν φουσκώσει για τα καλά ο τοίχος , πέσει και σπάσει και κανενός περαστικού το κεφάλι;;;
Άρχισα να σκέπτομαι πώς θα αποκόψω αυτόν τον ομφάλιο λώρο του φυτού με την μάνα ( παραμάνα από τσιμέντο) Γη.
Πριόνι, σφυρί, μαχαίρι, ψαλίδι για κλαριά, και όση δύναμη στα χέρια διαθέτω δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Τελευταίο εργαλείο μου η φαντασία μου και η ΘΕΛΗΣΗ μου.
Στηρίχτηκα με όλο το ύψος μου (1.65) και βάρος μου πάνω στην γλάστρα ( 65 κιλά δεν είναι λίγο). Άρχισα με αργές απαλές κινήσεις( η πονηρή Οδυσσέας) να την στρίβω αριστερά μέχρι εκεί που έφτανε η αντίσταση της ρίζας που δεν κοβόταν. Όταν έβλεπα ότι δεν πάει άλλο ,ξανά στροφή προς τα δεξιά αυτή τη φορά, και τανάπαλιν. Μέχρι που μου παραδόθηκε , μου έμεινε η γλάστρα στα χέρια .
Η ρίζα ξεκομμένη, διεστραμμένη, βαθιά χωμένη μεταξύ τσιμέντου και μαρμάρου η μισή, και η άλλη μισή κρεμασμένη έξω από την διαρρηγμένη γλάστρα ,σαν ακρωτηριασμένο σαλιγκάρι που δεν μπορούσε να γυρίσει στην κρυψώνα του .
Σαν το χεράκι ενός εμβρύου που ζητάει βοήθεια να βγει από την μήτρα καταδικασμένο να πεθάνει πριν γεννηθεί ...ή ευλογημένο μ' ένα θαύμα να σωθεί.....
Κυριακή!.Κάθε Κυριακήώρα 4.30 μμ. Είναι μιαστιγμή, κεκτημένοδικαίωματης Αφροδίτης. Έναδικαίωμαπου απέκτησε χωρίς αγώνα, χωρίς διαμαρτυρίες, σιωπηλά, γλυκά έτσιαπλά..
Είναιηστιγμή που περιμένεινα κτυπήσει τοκουδούνιτου Ξενώνα που κατοικεί.Θατρέξεινα πάρειτοκλειδίναμην προλάβει άλλος κανείςνα μουανοίξει.
Η Αφροδίτη είναιένα «παιδί» που διανύει την 5ηδεκαετία τηςζωήςτης.
Παιδί αγνώστων «γονέων»πουαπότομαιευτήριοοδηγήθηκε ,«δημοσία φροντίδα» σε ίδρυμα και στηνσυνέχειασε δημόσιο ψυχιατρικό κατάστημα… λόγωτηςπνευματικήςκαι σωματικήςαναπηρίας της.
Δεν γνώρισεΜάνα. Δενζεστάθηκεποτέσεμιααγκαλιάσανπαιδί. Δεντης κράτησεποτέ κανείςτοχέρι σανενήλικη.
Είναικοντούλα ,μικροκαμωμένηφιγούραξωτικού , βγαλμένη από παραμύθι η αληθινήΑφροδίτη.
Ορθώνεταιστις μύτεςτωναδύναμων ποδιώντηςκαιεγώ σκύβωγιανααγκαλιαστούμε και τα στήθημας ν' αγγίξουν στο μέρος τηςκαρδιάςπουκτυπάειμεθυσμενάκι απόμιαδόσηαγάπης κλεμμένηςθαρρείς.
Έξημήνεςτώρα, την ίδια ώρακαι μέρααυτόςο κτύποςτηςκαρδιάς της ανοίγει την πόρτα τηςψυχής μου γιαναμαςβάλει μέσα και τιςδυο , συνδαιτυμόνεςσεένανδικό μας μοναδικόμυστικόδείπνο !!!!
Δημοσιεύτηκε στις 18.1.2008
Πέρασαν δυο χρόνια από τότε. Τίποτα δεν άλλαξεγια μένα ούτε και για κείνηκάθε Κυριακή, εκτός ανωτέρας βίας….
Μια μέρα η «ομάδα» της κάλεσε σε γεύμα τους συγγενείς καιφίλουςκαι όλοι μαζί πήγαμε σε μια οικογενειακή ταβέρνα της περιοχής που είχε και αυλή με λουλούδια κι ένα –δυο δεντράκιααπ’ αυτάπου ανθίζουν τον Χειμώνα.
Το χαρήκαμε .Κουζίνα οικογενειακή, ποτό της αρεσκείας μας, παλιά τραγούδια στο κασετόφωνο, κουβεντούλα μεταξύ μας και αβίαστα χαμόγελα.
Όλα τόσο ανθρώπινα τόσο ζεστά τόσο φυσικά μεταξύ μας..
Κάποια στιγμή δόθηκε το σήμα για αναχώρηση.
Μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά,( το άναρχο συναίσθημα περιλαίμιο βλέπεις), προηγήθηκαπρος την έξοδο με αργά βήματα.
Ξαφνικά η Αφροδίτηφεύγει από την«ομαδική» παρέα ,τρέχει, με προσπερνά ,
κόβει ένα λουλούδι από το δεντρί που έστεκε πλάϊ στηναυλόπορτακαι με μια μικρή υπόκλιση μου τοπροσφέρει….κάτι ψιθύρισε,δεν άκουσα,με κοίταξεστα μάτια, χαμογέλασεκαι γύρισετρέχοντας στην ομάδα της.
Είμαι σίγουρη ότι ποτέ της ή ίδια δεν δέχτηκε μια προσωπική τέτοιου είδους χειρονομία. Κι ασφαλώς κανείςδεν της υπέδειξεκάτι ανάλογο.
Κατάπια έναν λυγμό….
Η τελευταία φορά που δέχτηκαμια γαρδένια δια χειρός,ήταν τον Δεκαπενταύγουστο του 2.000. Τον Σεπτέμβρη του ίδιου έτους έκλεισε οριστικά ο κύκλος της ζωής μου που πήρε αμέτρητες γαρδένιες μαζί του .
Την Αφροδίτη διάλεξε ,με μια χειρονομία αστραπή ,να μου στείλειτην Αγάπη Του από τον Ουρανό….
Αναλαμβάνω ακέραια την ευθύνη, για την διαχείριση και την επιλογή, του υλικού που εμφανίζεται ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ .
Αλλά ο θησαυρός που αθροίζεται , σαν σε ξωκλήσι τάματα , σε αυτήν την απόμερη γωνιά του διαδικτύου ανήκει σε όλους όσους περνώντας πήραμε
μια « κατά τι» βαθύτερη ανάσα, σπείραμε ένα σπόρο, γράψαμε μια λέξη, ένα ψίθυρο καρδιάς αφήσαμε , κι ότι άλλο αγαπήσαμε.
Μέρες τώρα, από μια έντονη ανάγκη απομόνωσης και περισυλλογής έτρεξα να κουρνιάσω βαθιά μέσα μου κλίνοντας την εξώπορτα .
Σε κάποια απ' αυτές τις άχρωμες ,μοναχικές, εσωτερικές στιγμές μου άνοιξα μηχανικά τοe-mail μου. Με περίμενε το μήνυμα ενός Αντρα.
Είναι ένας από τους θησαυρούς του ΠΗΓΑΙΜΟΥ που παρακράτησα από σας τους εταίρους μου και δικαιούχους.
Αλαφιάστηκα, το ίδιο και ο καθρέπτης μου τάχασε μαζί μου, μια να γελάω μια να κλαίω να με βλέπει.
Φόρεσα το μπουφάν μου και βγήκα στους δρόμους του κόσμου ,με θάρρος εκτεθειμένη στην παγωνιά του, θωρακισμένη με το ζεστό σου , το βαθύ σου άγγιγμα , Κύριε Ευάγγελε Αυγουλά.
Και στο λέει αυτό ένας Ανθρωπος, μια Μητέρα, μια Γυναίκα, που γνωρίζει καλά από βαθιά αγγίγματα.
Κοίταξα όσα ζευγάρια μάτια παιδικά συνάντησα στο δρόμο μου κι είδα γραμμένο το όνειρο για ένα καλλίτερο ανθρωπινότερο αύριο.
Διάβασα πίσω απ'τα χαμόγελα νέων-εφήβων που σχολνάγανε απ το σχολείο τους και σιγοψιθυρίζανε ,αγκαλιασμένοι, μια υπόσχεση ό,τι κάποια στιγμή, θα ...την κάνουν και θα την πάρουν την ζωή τους στα χέρια τους και καινούριο κόσμο θα πλάσουν να ζήσουν σαν άνθρωποι .
Στηρίχτηκα στο μπράτσο σου, Κύριε Βαγγέλη έγινα ένα με το πλήθος που περπατούσε πλάι μου και αντικριστά . Χαμογέλασα συνωμοτικά...
«Κουράγιο παιδιά, αρκεί ν' αντέξουμε και θα την δούμε την άσπρη μέρα.» είπα από μέσα μου πιστευτά.
Ο κ. Βαγγέλης Αυγουλάς, φοιτητής Νομικής, γράφει την εμπειρία του ως τυφλού:
«Στις 7 Ιανουαρίου, του Αϊ-Γιάννη, είχα πάει και εγώ σε μια γιορτή να πω τα "χρόνια πολλά" σε έναν εξάδελφό μου. Κάποια στιγμή η πόρτα χτύπησε άλλη μία φορά, τα βλέμματα των καλεσμένων που κάθονταν στο σαλόνι στράφηκαν προς τα εκεί και εγώ, εκ γενετής τυφλός, περίμενα να ξεδιαλύνω τις φωνές των νέων επισκεπτών, να καταλάβω ποιοι είναι, αν τους ξέρω ή όχι, αν σε λίγο θα συστηθώ ή θα χαιρετήσω φίλους. Δεν πρόλαβα να... αποκωδικοποιήσω το πρώτο άκουσμα, γιατί ένα απαλό άγγιγμα στο αριστερό μπράτσο με έκανε όπως καθόμουν να στραφώ μηχανικά προς τα εκεί και ταυτόχρονα με απλωμένο το δεξί χέρι- αντανακλαστικές κινήσεις όσων βλέπουμε αγγίζοντας- ζήτησα να "δω" ποιος είναι. Τότε ένα παιδικό χέρι σφήνωσε μες στη χούφτα μου, με το αριστερό χέρι πλέον άγγιζα ένα κοριτσάκι- είχε μακριά μαλλιά- περίπου στο ύψος της πολυθρόνας όπου καθόμουν, οι φωνές είχαν γεμίσει το σαλόνι και κατάλαβα, χωρίς αμφιβολία πια, πως ήταν η κόρη δύο φίλων, η Αγγελική, πέντε ετών. Δεν ήξερε λόγω ηλικίας να μου πει "καλή χρονιά", "χρόνια πολλά" και τις λοιπές καθιερωμένες ευχές λόγω εορτών, ήξερε όμως πολύ καλά πώς να με χαιρετήσει, πώς να με κάνει να καταλάβω ποιος ήρθε, πώς να κάνει αμέσως και το δικό μου περίεργο βλέμμα να στραφεί προς την πόρτα!
Είχαν περάσει μόνο λίγα δευτερόλεπτα και εγώ, ακόμη ξαφνιασμένος, άκουσα να μας ζητούν "ο καθένας να πάρει για ένα λεπτό το ποτό του στο χέρι" για να στρωθεί πάνω από το τραπέζι το καλό τραπεζομάντιλο- είχε έρθει η ώρα του φαγητού. Αφήνω το χεράκι της Αγγελικής για να πάρω το ποτήρι αλλά ήδη έχει προλάβει, το κρατά υπομονετικά για ένα λεπτό και μετά το αφήνει πάλι προσεκτικά μπροστά μου, στο σημείο όπου το είχα αφήσει για να το βρίσκω όποτε και όταν θέλω, αν θέλω, εύκολα, άνετα και προ παντός μόνος μου.
Και εκείνη τη στιγμή δάκρυσα!Γιατί δεν ξέρω πόσο ακριβώς καταλάβαινε η Αγγελική τι έκανε, τι ακριβώς ένιωθε και τι της είχαν πει και εξηγήσει οι γονείς της για μένα. Ξέρω όμως πως αυτό που έκανε δεν είναι το ίδιο με τα ακατάλληλα σε κάθε πόλη πεζοδρόμια- όπου αυτά υπάρχουν- για να βγεις ασφαλής από το σπίτι σου, με τα όμορφα λόγια των άεργων που παρουσιάζονται ως αυτόκλητοι προστάτες των αναπήρων μη θέλοντας να καταλάβουν πως δεν τους έχουμε ανάγκη, με τις τεράστιες ελλείψεις υποδομής σε κάθε τομέα αυτού που στη θεωρία λέμε "κράτος πρόνοιας", που υποχρεώνουν τους αναπήρους- στην καλύτερη περίπτωση- να παλεύουν καθημερινά να αποδείξουν πως δεν είμαστε βάρος στην κοινωνία. Και φυσικά, δεν είναι το ίδιο με τη στάση πολλών που όταν βλέπουν κάποιον τυφλό με παρέα ρωτούν τους γύρω του "πώς τον λένε;" σαν να ρωτούν για κάποιο κατοικίδιο που βλέπουν να κάνει τον καθημερινό του περίπατο, ή με τα δέκα λεπτά που περιπλανιόμουν στο Σύνταγμα αποπροσανατολισμένος από τον πολύ κόσμο, τους μικροπωλητές, τα πολλά εμπόδια και τις άλλες αλλαγές για την εορταστική ατμόσφαιρα λόγω Πρωτοχρονιάς, μέχρι να με δει σε εκείνη την "ερημιά" κάποιος και να θελήσει να με βοηθήσει.
Μέχρι χθες έλεγα, "δεν πρόκειται να αλλάξουμε". Από σήμερα λέω, "μπορεί και μπορούμε να αλλάξουμε". Σ΄ ευχαριστώ Αγγελική!».