Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Η Αγάπη είναι εκεί. ....


Η αληθινή ιστορία που ακολουθεί είναι υφασμένη σε σκληρό καμβά με πολύ λεπτή κλωστή γι' αυτό την δούλεψα με προσοχή μεγάλη !!!!
Τα ονόματα. ο τόπος ,ο χρόνος είναι φανταστικά
.


Ο Κωνσταντής , παλικαρόπουλο, τώρα πια, γεννήθηκε πριν δεκαοκτώ χρόνια στην Θεσσαλονίκη. Πριν περάσουν τρεις μήνες βρέθηκε στο Νοσοκομείο με βαριές κρανιακές και λοιπές σωματικές κακώσεις . Βίαιη πτώση ήταν η αιτία. Το περιεχόμενο της ιατρικής διάγνωσης και όχι μόνο ,δεν θα γραφεί εδώ. Έχει καταχωρηθεί στα αυστηρά προσωπικά δεδομένα της ζωής του. Οι συνέπειες όμως της πτώσης άφησαν μόνιμη την αναπηρία στο κορμί του και κατέγραψαν ανεξίτηλα σημάδια στην άγραφη ψυχή του.
Αναστήθηκε σε μονάδα Νοσοκομείου για ανάπηρα παιδιά.
Μάνες του οι αδελφές και οι εθελόντριες επισκέπτριες.
Η φυσική του μητέρα βρήκε περίθαλψη και καταφύγιο σε δημόσιο Ψυχιατρείο. Πατέρας άγνωστος.

Ο Κωνσταντής μεγάλωνε ιδρυματικά . Τα κατάφερε όμως σαν το πληγωμένο δεντρί που επιμένει κάθε άνοιξη καχεκτικά κλωνιά να βγάζει, αδύνατα φύλλα δροσερά να ξεπετά. Περπάτησε δύσκολα κι ακόμη έτσι περπατάει,. Απόκτησε όμως στα χέρια δύναμη μεγάλη. Η ομιλία του έστρωσε με τον καιρό. Κουβέντες και σωστές προτάσεις διατυπώνει μέχρι που τούγινε συνήθεια να συνομιλεί και με τον κόσμο γύρω του ευγενικά και να επικοινωνεί σωστά.

Η ΑΓΑΠΗ παιδοψυχίατρος, με δυο παιδιά , ένα αγόρι ένα κορίτσι, και άντρα δικηγόρο, παρακολουθούσε την εξέλιξη του παιδιού μέχρι που μεγάλωσε.

Έχασε τον ύπνο της. Μήνες την βασάνιζε η σκέψη του.
« Ο Κωνσταντής δεν πρέπει να μείνει άλλο στο ίδρυμα. Θα θαφτεί ζωντανό. Θα πάει όλη μου η δουλειά μαζί του χαμένη. .Έλεγε στον άντρα της τον Θύμιο , άνθρωπο πονετικό και υποχωρητικό . Δεν της είχε ποτέ χαλάσει χατίρι.

Μια μέρα ,θες γιατί κουράστηκε τα ίδια και τα ίδια να του λέει, θες γιατί τον είχε μυήσει στην ιδέα της , υποχώρησε.
-----Άντε κάνε ότι θέλεις .Πάρε τον σπίτι αφού το θέλεις . Να ξέρεις όμως είναι μεγάλη η ευθύνη και κοίτα τι θα κάνεις με τα παιδιά.

Αυτό ήταν. Άνοιξε πράσινο για την έξοδο του Κωνσταντή από το ίδρυμα και την είσοδο του στον έξω κόσμο.
-
-- Μην ανησυχείς . Εγώ θα τα τακτοποιήσω όλα. . Θα τον εντάξω σε ομάδες Ειδικών ατόμων , θα κοινωνικοποιηθεί μέσα από προγράμματα , θα μάθει όσα γράμματα μπορεί , θα γίνει αυτόνομος. Στο σπίτι μας μόνο την οικογενειακή θαλπωρή θα βρει, όλα τα άλλα θα τα κατακτήσει μόνος του γιατί ΜΠΟΡΕΙ .!
Έτσι κι έγινε .Γιατί αυτή ήτανε η ΑΓΑΠΗ !
Έγινε ανάδοχος του Κωνσταντή και ο Κωνσταντής έγινε το τρίτο της παιδί.
.

Δεν ήταν απλά μια παιδοψυχίατρος. 'Όποια πέτρα ΑΜΕΑ στην Θεσσαλονίκη σήκωνες θα την εύρισκες από κάτω. Δεν θα πω περισσότερα γι αυτήν την σπουδαία αθόρυβη γυναίκα , γιατί είναι ΜΟΝΑΔΙΚΗ και ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΗ . Οποιαδήποτε λεπτομέρεια για την δραστηριότητά της παραπέμπει στη ταυτότητά της και ας έχω εγώ αλλάξει ονόματα, τόπο και επαγγέλματα...( εκτός από το δικό της)

Ο Κωνσταντής ,σπουργιτάκι με πληγωμένα φτερά, αδοκίμαστος στο πέταγμα, δεν άργησε να προσαρμοστεί στην νέα του ζωή .
Η εφηβεία του σωστή γιορτή . Οικογένεια, δραστηριότητες ,δράσεις, ταξίδια με την ΑΓΑΠΗ ,όπου πήγαινε μαζί της τον έπαιρνε. Του μάθαινε να βηματίζει στο νέο μονοπάτι της ζωής του απ΄όπου έμπαινε ήλιου φως και έβλεπε ουρανό. Τις νύχτες μετρούσε τα αστέρια από την βεράντα της ΑΓΑΠΗΣ κι έγραφε με το νου του στο φεγγάρι την ίδια πάντα ευχή. « Την μάνα του να δει!»
Το φεγγάρι δεν την έσβησε την ευχή του.

Ένα μεσημέρι που γύρισε από το σχολείο του , η ΑΓΑΠΗ είχε καλά μαντάτα..

Η μάνα του η Ισμήνη πάει πολύ καλά, παίρνει εξιτήριο από το ψυχιατρικό και θα εγκατασταθεί σε προστατευόμενο ξενώνα . Θα μπορεί να την συναντά , να βγαίνουν μαζί , να περνούν μια μέρα μαζί , να…. να….να….

Έτσι κάπως γράφονται τα παραμύθια τα αληθινά!!!

Το σπουργιτάκι απέκτησε γερά φτερά και πέταξε μέχρι και την μέση εκπαίδευση. Σπουδαστής σε ειδικό γυμνάσιο ,μαθητής καλός , επιμελής και σε όλα μέσα. Γλυκοκοίταζε και τα κορίτσια !!! Απέκτησε και δικό του νοικοκυριό. Η ΑΓΑΠΗ του εξασφάλισε δικό του σπίτι. Μια περιποιημένη ισόγεια γκαρσονιέρα. Η μητέρα του η Ισμήνη ερχόταν συχνά τον νοικοκύρευε , αντιλογούσανε κάπου-κάπου, σαν μάνα με γιο , αλλά του έφτιαχνε και κάτι μακαρονάδες, μα κάτι μακαρονάδες!!!

Ή Ισμήνη ήταν μια γλυκιά ,ευγενική νέα γυναίκα σαράντα ετών. Την είχα γνωρίσει από κοντά. Ακόμη θυμάμαι την ελαφρά ακαμψία της (φαρμακευτική παρενέργεια) και κείνο το απλανές βλέμμα που την ταξίδευε στην νιότη που δεν έζησε.

Η παλάμη της λευκή κι αδούλευτη άγγιζε δειλά ,στον καναπέ τα βράδια, το χέρι του παιδιού της που δεν χάιδεψε μωρό, δεν κορφολόγησε δεν νανούρισε ,δεν κανάκεψε σαν μάνα.

Είχα καιρό να μιλήσω με την ΑΓΑΠΗ. Στις γιορτές πήρα το τηλέφωνο να ευχηθώ. Το σήκωσε ο Κωνσταντής
---Γεια σου Κωνσταντή , Χρόνια Πολλά , Καλή Χρονιά. Τι κάνεις?
---Σιωπή από την άλλη άκρη της γραμμής
--- Κωνσταντή , η Αγάπη είναι εκεί.?
---Όχι. Παύση και ...
---Τα μάθατε κυρία Βασιλείου
---Όχι τι?
---Η μητέρα μου έφυγε .
---Πού πήγε?
---Στον ουρανό ,πριν μια εβδομάδα
--- Πώς, από τι?
---Από πνευμονικό οίδημα!!

Η γραμμή έπεσε όπως και η αυλαία στην σύντομη παρένθεση της ζωής του Κωνσταντή .


Η ΑΓΑΠΗ είναι εκεί !! δίπλα του. Στήριγμα. Είναι ο δικός του άνθρωπος.
Να του κρατά το χέρι στο ταξίδι. …
΄

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Κάνε τόπο να περάσω


Εξομολόγηση αντί προλόγου.

Η αληθινή ιστορία που ακολουθεί σκοπό δεν έχει μόνο να αναδείξει για πολλοστή φορά την απουσία της πολιτείας και της κοινωνικής μέριμνας στην χώρα μας.

Είναι επίσης ένα άδειασμα της ψυχής μου. Είναι μια ενοχή που θέλω να την μοιραστώ γιατί μου περισσεύει.
Ήλθα πρόσωπο με πρόσωπο με τους ήρωες μου. Μου ζήτησαν το χέρι και δεν τους το έδωσα γιατί κάτι τέτοιο ξεπερνούσε τα όρια μου. Δεν είναι δικαιολογία.
Εξήγηση όμως είναι.

Ο Τάσος και ο Πέτρος, δίδυμα αδέλφια και η μάνα τους η Αντιγόνη ιερόδουλη , ήταν τα μέλη μιας μονογονεϊκής οικογένειας.

Η Αντιγόνη δεν το κατάλαβε και ποτέ δεν έμαθε με ποιον πελάτη τα έφερε στον κόσμο τα δίδυμα.

Τα παιδιά, μεγάλωσαν μόνα τους σχεδόν στο δρόμο. Ούτε στον παιδικό σταθμό δεν βρήκαν θέση. Η Αντιγόνη ήταν λαθραία εργαζόμενη και δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις ένταξης των παιδιών σε παιδικό σταθμό.

Τα έγραψε στο Δημοτικό αλλά δεν βγάλανε την πρώτη τάξη. Η Δ/ση του σχολείου κάλεσε μια μέρα την Αντιγόνη και προσπάθησε να της εξηγήσει την αδυναμία προσαρμογής των παιδιών στην τάξη και την αναγκαστική απομάκρυνση τους από το σχολικό περιβάλλον. Εκείνη δεν κατάλαβε και πολλά, σαν τιμωρία το εξέλαβε επειδή ήταν άτακτα τ’ αναθεματισμένα..

Με ενέργειες Κοινωνικής Λειτουργού που κλήθηκε από τον Δ/ντή του σχολείου να διαχειριστεί το περιστατικό, διαγνώσθηκε από την εξέτασή τους στην τοπική υπηρεσία του ΠΙΚΠΑ ελαφρά διανοητική στέρηση με ψυχωσική συνδρομή .
Τα παιδιά απομακρύνθηκαν από το «κανονικό σχολείο» Στο σημείο αυτό έκλεισε και η παρέμβαση της κοινωνικής λειτουργού. Τα υπόλοιπα έπρεπε να τα φροντίσει η μητέρα Αντιγόνη.

Η Αντιγόνη, υπολειπόμενο άτομο και η ίδια, δεν ήξερε ,δεν ήθελε. δεν μπορούσε να προβεί σε καμιά ενέργεια για τίποτα. Την ζωή των διδύμων Πέτρου και Τάσου ,την πήρε στα χέρια της η σκληρή τους μοίρα ,βάρκα χωρίς πανιά,χωρίς κουπιά που σκάλωσε ναυαγισμένη σε ξέρα.

Χωρίς φροντίδα, χωρίς αγάπη, χωρίς περίθαλψη, με εξαίρεση το Προνοιακό αναπηρικό επίδομα των 430 Ευρώ (τότε) ανά δίμηνο. Μια "φίλη "της Αντιγόνης που ήξερε απ' αυτά, βοήθησε. Τα παιδιά περάσανε από την σχετική Νομαρχιακή επιτροπή ,πιστοποιήθηκε η αναπηρίας τους 67% με την βούλα του ψυχωσικού
κι έτσι κατοχυρώθηκε το δικαίωμα τους στην βαριά αναπηρία.

Ακολούθησαν είκοσι πέτρινα χρόνια στους δρόμους του Πειραιά ,με τελευταίο κατάλυμα κεντρικό φιλόξενο πεζόδρομο, πλημμυρισμένο στο φως της ημέρας και τα λαμπερά φώτα των πολυτελών καταστημάτων τα βράδια. Τον δρόμο με τις ωραίες βιτρίνες, τα παγκάκια , τα δεντράκια κατάφορτα με ανθούς την Άνοιξη, τα πολύβουα ταχυφαγάδικα και τον πολύ κόσμο περαστικό αλλά και μόνιμο κάτοικο. Τουλάχιστον δεν ήταν μόνοι... Υπήρχαν κι άλλοι εκεί αναγνωρίσιμοι και μη...Απλώνανε το χέρι στους ανθρώπους για βοήθεια . Κάποιοι τους την δίνανε σε ψιλά. Αλλά ο Θεός τους την αρνήθηκε.!

Τερατοειδή του υποκόσμου που την μέρα κοιμούνται και την νύχτα τροφοδοτούνται με ανθρώπινες σάρκες, τους έβαλαν στο χέρι, τους έκαναν βαποράκια , τους μάθανε τα ναρκωτικά.

Έτσι χάθηκε η όποια ελπίδα για μια φωλιά γι αυτά τα ανυπεράσπιστα πουλιά, που δεν κελάηδησαν ποτέ . Το κορμί τους ένοιωσαν να ξεπαγιάζει τους χειμώνες στα παγκάκια του πεζόδρομου « της μικρής μας πόλης».
Η μάνα, τους πήγαινε φαΐ κάπου -κάπου ..Δυό φορές πήγε και στην αστυνομία, την Κεντρική Ασφάλεια του Πειραιά ,εκεί κοντά στο Δημοτικό Θέατρο είναι.

.--Σας παρακαλώ μαζέψτε τα να τα βάλετε φυλακή. Να έχουνε ένα πιάτο φαϊ . ένα κρεβάτι να κοιμηθούν , να παίρνουν και τα φάρμακά τους

--Κυρία μου δεν μπορούμε, τους χρήστες δεν έχουμε τι να τους κάνουμε.. Για να πάνε φυλακή πρέπει να δικαστούν, να τους πιάσουν αυτόφωρο ή να υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις ότι διακινούν ναρκωτικά.. Η Αστυνομία δεν έχει αρμοδιότητα στην περίπτωσή σας. Πηγαίνετε στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου μήπως μπορούν να βοηθήσουν!!!.
(Ποια δημοτική υπηρεσία ποιανού Δήμου?)

Εκεί συναντούσα τα αδέλφια όσες φορές περνούσα και περνούσα κάθε μέρα, αλλά βιαστικά τους προσπερνούσα. Δεν άντεχα να τους δω κατά πρόσωπο. Δεν τους έδινα την βοήθεια που ζητούσαν με απλωμένο το κατατρυπημένο τους χέρι. Είμαι της θεωρίας, ότι όποιος χρηματοδοτεί μιαν τέτοια κατάσταση, την υποστηρίζει, συμβάλλει στην διατήρησή της δεν την αποτρέπει.. Έτσι άνοιγα βήμα κι έφευγα . Άσε που ψιλοφοβόμουν κι όλας . Το ίδιο και τα κορίτσια μου η Μαρία και η Βαρβάρα, ιδιαίτερα το Μαράκι μου.

Πριν μερικούς μήνες κατηφόριζα με το Μαράκι μου τον πεζόδρομο. Ο ένας από τους δύο( δεν τους ξεχωρίζω, τόσο όμοιοι είναι) μας πλησίασε τρικλίζοντας, μας έκλεισε τον δρόμο. Δεν είχε δύναμη ν' απλώσει χέρι. Με φωνή που μόλις έβγαινε από μέσα του μου ζήτησε ένα Ευρώ. Κοφτά του είπα:
---- Δεν έχω , άφησε με σε παρακαλώ να περάσω.
Η Μαρία πανικοβλήθηκε. Άρχισε να φωνάζει και να με τραβάει βίαια.
-----Όχι ...όχι .... όχι, πάμε να φύγουμε. Οι περαστικοί σταμάτησαν και κοίταζαν το Μαράκι, εκείνον τον ήξεραν οι περισσότεροι..
Δεν μου ήταν εύκολο να ξεφύγω από τον συνωστισμό. Τον κοίταξα για πρώτη φορά ευθέως στα βασιλεμένα , άχρωμα σκοτεινά του μάτια και του είπα αυστηρά:

--- Δεν βλέπεις ότι υπάρχει πρόβλημα με το κορίτσι ? Κάνε τόπο να περάσω..

Δεν κουνήθηκε από την θέση του. Στύλωσε την απλανή ματιά του για δευτερόλεπτα στην Μαρία και αργά την άδειασε πάνω μου ψελλίζοντας με απορία.
------ Γιατί φοβάται ? εγώ ένα Ευρώ ζητάω να πάρω μια τυρόπιτα.

Με μια βίαιη κίνηση ξέφυγα από τον «κλοιό του» και χάθηκα βιαστικά μέσα από τα πηγαδάκια των περίεργων θεατών μας.

Προ ημερών ,γύρισε η Βαρβαρούλα μου σπίτι αναστατωμένη.

----Μαμά τα έμαθες ? ό ένας από τα δύο αδέλφια, τους ναρκομανείς στον πεζόδρομο, ( ποιος άραγε από τους δυό ? και οι δύο ένας ήταν ) πέθανε το μεσημέρι, εκεί στο παγκάκι απέναντι από το EVEREST ,αλήθεια σου λέω το είδα με το μάτια μου. Τα ματάκια της γιόμισαν δάκρυα .Η ψυχούλα της δεν αντέχει σε τέτοια βάρη.

Ίσως ήταν και το μοναδικό δάκρυ για τον Πέτρο ή Τάσο.. .Τι σημασία έχει άλλωστε!
Ένας ακόμη νέος άνθρωπος καταδικασμένος σε ισόβια εγκατάλειψη, δραπέτευσε για πάντα,ευτυχώς, από τα χέρια της σκληρής του μοίρας.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Ένας ευυπόληπτος Πολίτης


Αντί προλόγου

Η ανάγκη να καταγράψω αυθεντικές ιστορίες ανθρώπων που επιλέγησαν από τον Θεό να φέρουν στον κόσμο, να μεγαλώσουν, να αγαπήσουν, να στηρίξουν παιδιά με Ειδικές Ανάγκες, ωρίμασε στο μυαλό μου, σαν τον καρπό που δεν τον βαστάει πια το δέντρο και πέφτει στο έδαφος, με ότι αυτό σηματοδοτεί..
Η ιστορία ,είναι πραγματική.
Τα πρόσωπα είναι υπαρκτά.
Τα ονόματα, τα επαγγέλματα, και ο τόπος είναι φανταστικά για ευνόητους λόγους.


Ο Ορέστης στα σαράντα του και η Μέλπω στα τριάντα πέντε της, παντρεύτηκαν από προξενιό.
Στον γάμο τα βρήκανε, αγαπήθηκαν, συνεννοήθηκαν και απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Το Γιώργο . Η χαρά μεγάλη. Σκοπός και προορισμός τους να τον μεγαλώσουν και να τον κάνουν έναν ευυπόληπτο, χρήσιμο άνθρωπο στην κοινωνία.

Δόξα το Θεό όλα καλά πηγαίνανε μέσα στην οικογένεια τους και την δουλειά του Ορέστη. Είχε στήσει μια μικρή βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων στην Νίκαια ,και μέσα σε οκτώ χρόνια γκρέμισαν το προσφυγικό σπιτάκι τους, προίκα της Μέλπως και στην θέση του χτίσανε διώροφο.
Τότε ήταν που έμεινε έγκυος η Μέλπω. Το ξαφνικό, το απρόσμενο το ανεπιθύμητο(?) έφερε τα πάνω κάτω στο ζευγάρι.
« Θα το κρατήσω» πάτησε πόδι η Μέλπω.

Από δω την είχε από κει την έφερνε ο Ορέστης.
Βρε γυναίκα ,έχεις και μια ηλικία, μήπως και κάτι δεν πάει καλά.?
-Δεν ακούω κανέναν ,θα το κρατήσω ,είναι το στερνοπαίδι μου. Μου το έστειλε ο Θεός και θα είναι κόρη.
Το παιδί γεννήθηκε κανονικά στην ώρα του -Αγόρι-
Μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες κυκλοφόρησαν τα κακά μαντάτα.
Σύνδρομο Down η διάγνωση των ειδικών.

Μετά δέκα μέρες η Μάνα Μέλπω με το αγοράκι της ,το στερνοπαίδι της στην αγκαλιά άφησε το Μαιευτήριο Αθηνών και τράβηξε για το σπιτικό της. Ξωπίσω της ο Ορέστης, βουβός, σκυφτός , γέρος...
Η επόμενη μέρα τους βρήκε χαμένους, ανήξερους, ανήμπορους, αιφνιδιασμένους και μονάχους.
Ο Γιώργος άργησε πολύ να καταλάβει τι παιζόταν με τον μικρό του αδελφό. Ένοιωθε όμως το βάρος που πλάκωνε την οικογένεια μέσα από την σιωπή των γονιών του.
Η ζωή τους τράβηξε την ανηφόρα αλλά συνεχίστηκε και ασφυκτικά γιόμισε χωρίς να αφήσει χώρο για τίποτ' άλλο εκτός από την Αγάπη, την Αφοσίωση, την φροντίδα της Μάνας Μέλπως για το στερνοπαίδι της , τον Γιάννη της, που ξεπετάχτηκε και σιγά-σιγά- με τα χρόνια έγινε ένα ζωηρό, τρυφερό παλλικαρόπουλο που έμεινε παιδί σαν αυτά τα παιδιά που ζουν ανάμεσά μας αλλά μένουν παιδιά...

Ο Γιώργος μεγάλωσε κι αυτός «κανονικά» έγινε ένας ευυπόληπτος πολίτης, μπήκε στην δουλειά του πατέρα του, την παρέλαβε, την μεγάλωσε, γνώρισε και μια «εγγράμματη» κοπελιά, παντρεύτηκαν ,κι έκανε σπιτικό δικό του.

Πριν τρία χρόνια η Μέλπω πέθανε από καρκίνο
Πριν ένα χρόνο ο Ορέστης πέθανε από έμφραγμα. Μόλις που είχε προλάβει να γράψει ότι είχε και δεν είχε στον Γιώργο, για να προστατέψει τον μικρό ,-όπως τον ονομάτιζε,- για να μην τον εκμεταλλευτεί κανένας ξένος.

Σήμερα ο Γιάννης είναι είκοσι επτά ετών. Μένει μόνος στο πατρικό του σπίτι όπου τον άφησαν οι γονείς του. Μια «ξένη» που πηγαίνει και στο σπίτι του Γιώργου, φροντίζει το σπίτι του μια φορά την εβδομάδα .
Η νύφη του ,δεν ξαναπάτησε στο σπίτι μετά την κηδεία του πεθερού της.
Κάποιοι γείτονες , παλιοί φίλοι της οικογένειας , συγκάτοικοι από τον καιρό που έμεναν οι γονείς τους στα προσφυγικά, του πάνε ένα πιάτο φαΐ.

Τις νύχτες, τον ακούνε που κλαίει και φωνάζει και κτυπάει τις πόρτες , αλλά δεν διαμαρτύρονται για να μην τον πάρει η αστυνομία και τον κλείσει με διαταγή εισαγγελέα στο Ψυχιατρείο.Τον λυπούνται.
Τις ημέρες τον βλέπουν να γυρίζει από δω κι από κει αλλά δεν τον διώχνουν, δεν τον φοβούνται τον αγαπούν.!!!
Ο μεγάλος αδελφός ευυπόληπτος κύριος Γιώργος ,απών μια ζωή, παραμένει άφαντος και περιμένει πότε ο Θεός θα τον απαλλάξει από το ηθικό βάρος που του άφησαν οι γονείς του……

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Αύριο είναι μια άλλη μέρα.



Μια αληθινή εν ενεργεία ιστορία....

Μεσότοιχος χώριζε τα διώροφα σπίτια μας στη παλιά μας γειτονιά.

Οι πασχαλιές στο πεζοδρόμιο έξω απ' τις πόρτες , παραβγαίνανε σε ύψος, κι ακουμπούσαν στα μπαλκόνια μας. .

Οι διπλανοί μας , Συριανοί στην καταγωγή ,ο Γιώργος ( Δημόσιος υπάλληλος) και η γυναίκα του η Αθηνά (οικοκυρά) είχαν μια μοναχοκόρη την Δώρα. Η Δώρα λες και ήταν πορτραίτο σε χρυσή κορνίζα.
Δεν
έβγαινε ποτέ στη γειτονιά. Δεν έπαιξε ποτέ με τα παιδιά. Σχεδόν δεν κυκλοφορούσε. Με το αυτοκίνητο την πήγαινε στο σχολείο ο πατέρας της και με το αυτοκίνητο την έφερνε .Κανείς δεν ξέρει και δεν έμαθε το κύκλο της,( αν είχε) και το εκπαιδευτικό της περιβάλλον. Κανείς ποτέ δεν είδε το χαμόγελό της.
Καμιά
φορά την βλέπαμε με τη θεία Κανέλλα ( αδελφή της μάνας της) στο παράθυρο του ισογείου, να βλέπουν τον κόσμο να περνά.

Η Κανέλλα ήταν ο σύνδεσμος της οικογένειας με τον έξω κόσμο. Απ' αυτή μαθαίναμε τα της αθόρυβης ζωής τους, όταν τα βράδια με καλό καιρό, οι νοικοκυρές μαζεύονταν στην διπλανή την πόρτα και βεγγερίζανε .Τα πιτσιρίκια παίζαμε κρυφτό στον δρόμο.

Η Κανέλλα κυκλοφόρησε το νέο.

Η Δώρα παντρεύεται στα δεκαεπτά της .Προξενιό. Έναν μακρινό ευκατάστατο εξάδελφο από το νησί, ναυτικό. Θα έπαιρνε το δίπλωμα του Πρώτου ο Καπετάνιος, θα εγκατέλειπε την θάλασσα και θα μετοικούσαν με την οικογένειά τους, μόνιμα στο νησί όπου ο Ντίνος ( ο γαμπρός) θα έφτιαχνε τουριστική μονάδα. Είχε τον τρόπο του και το σχέδιό του.

Αλλά η ζωή έχει τα δικά της σχέδια.. Την δική της πυξίδα στην πορεία του καθενός..
Ο Ντίνος
ξεμπαρκάριζε κάθε δυο χρόνια ,έμενε στην στεριά ένα- δύο μήνες και ξαναγύριζε στην θάλασσα.
Το
πήγαινε έλα από στεριά σε θάλασσα κράτησε πέντε- έξη χρόνια, αλλά η οικογένεια δεν συμπληρωνόταν με ένα παιδί. Τα σύννεφα πυκνώνανε στον ουρανό και σκιάζανε την ελπίδα για το ξεκίνημα μιας ζωής απ' την αρχή στο πανέμορφο νησί τους. Οι γιατροί δεν εντόπισαν ιδιαίτερο πρόβλημα σε κανέναν από τους δύο.
«Ισως χρειάζεται συχνότερη μεταξύ τους επικοινωνία.» είπαν !

Μετά το δίπλωμα του Πρώτου Καπετάνιου ο Ντίνος εγκατέλειψε για πάντα την θάλασσα και εγκαταστάθηκε προσωρινά σώγαμπρος στης γυναίκας του το πατρικό.

Το προσωρινό όμως σχέδιο επί χάρτου, μονιμοποιήθηκε επ ‘ αόριστο.

Το παιδί δεν ερχόταν. Πού να πάνε οι δυό τους; Τι τις ήθελαν τις επιχειρησιακές δραστηριότητες στο νησί.; Ούτε για καλοκαίρι δεν τους έκανε καρδιά να επισκεφτούν τον τόπο που είχε θαμμένο το ναυαγισμένο όνειρό τους.

Ύστερα είχαν προβλήματα και με τους γέρους .Η Μάνα Αθηνά χρειάστηκε να εγκλειστεί σε ψυχιατρική κλινική. Κανείς δεν έμαθε πώς και γιατί. Ούτε η αδελφή της η Κανέλλα δεν μίλαγε γι αυτό . Ο κύριος Γιώργος πολύ άρρωστος με ζάχαρο και καρδιά. Που να τους αφήσουν μόνους στον Πειραιά ; Ποιος θα τους κοιτάξει; Η Κανέλλα είχε και αυτή προβλήματα υγείας. Εγκαταλελειμμένη από τον άνδρα της κι έναν γιο που σπάνια εμφανιζόταν. Κανείς δεν ήξερε που πηγαινοερχόταν.

Ξαφνικά, στα τριάντα οκτώ της χρόνια το προβληματάκι που προέκυψε στην Δώρα δεν ήταν κλιμακτήριος. Εγκυμοσύνη ήταν και μάλιστα προχωρημένη.
Αμέσως
φάνηκε η αλλαγή. Δεν άλλαξε μόνο ο σωματότυπος της Δώρας . Άλλαξε και βγήκε προς τα έξω μια διαφορετική εικόνα .Η κανέλλα μπαινόβγαινε συχνότερα από το σπίτι, είχε δουλειές να κάνει.... Το ζεύγος κάθε απόγευμα έκανε την βόλτα του στο Πασαλιμάνι. Η Δώρα χαιρετούσε με χαμόγελο όποιον γνωστό συναντούσαν . Ο Ντίνος, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου,(πάντα του έτσι ήταν ) αλλά μέσα από τον σταθερό ρυθμικό βηματισμό του έδειχνε ν' απολαμβάνει το βάρος της γυναίκας του και του παιδιού του που στηριζόντουσαν στο μπράτσο του και περπατούσαν πλάι-πλάι .στο λιμανάκι απ' όπου η θάλασσα έστελνε χαιρετίσματα στον Καπετάνιο....

Γέννησε η Δώρα κοριτσάκι !

Από τότε πέρασε πάρα πολύς καιρός, άνθρωπος για να την δει . Βαριά έπεσε η αυλαία της απομόνωσης και της σιωπής στο σπιτικό τους.

Η ιστορία ξαναγράφεται απ' την αρχή.
Κανείς δεν μίλαγε πια,. Όλοι υποψιάζονταν όμως για το τι γινόταν στο διώροφο με τις γλάστρες στη αυλή, τις γαρουφαλιές τις κρεμαστές απ' τα παρτέρια ,το γιασεμί και το νυχτολούλουδο που σκόρπιζαν τις νύχτες τ' άρωμά τους .
Η βουρκωμένη
ματιά της Κανέλλας αφόπλιζε και τον πιο περίεργο. Κανείς δεν ρωτούσε.
Σίγησε το ρεπορτάζ


Ο Πατέρας Γιώργος πέθανε ένα βράδυ και κανένας θόρυβος δε έγινε στην γειτονιά.. Το νεκρώσιμο πληροφόρησε τον ενταφιασμό του στο νησί .
Η Μάνα
Αθηνά, πέθανε κι αυτή κανείς δε ξέρει πότε που και κάτω από ποιες συνθήκες.

Τα παλιά μας σπίτια με τον μεσότοιχο ,τα παλιά φανάρια στην πρόσοψη, τις μπρούτζινες παλάμες στις πόρτες για κουδούνια, τα χειροποίητα σφυρήλατα μπαλκόνια αγκαλιές για τις πασχαλιές του δρόμου και φωλιές για τα χελιδόνια την Άνοιξη, δόθηκαν αντιπαροχή για…..γκρέμισμα.

Οι ήρωες μας ,δε έμειναν σε ένα από τα διαμερίσματα που πήραν αντιπαροχή.

Στην ίδια γειτονιά που δεν έχει καμιά σχέση με την παλιά , αλλά με τις μνήμες να επιμένουν, αγόρασαν ένα τεσσάρι στον πρώτο όροφο πολυκατοικίας, ένα τετράγωνο μετά την πρώτη κάθετο της παλιάς γειτονιάς..Εκεί μέσα στο τεσσάρι της άγνωστης πολυκατοικίας, μεγαλώνει το κοριτσάκι η Αθηνούλα με τους γονείς της που γερνούν μαζί της. Δε βγήκε ποτέ έξω όσο ήταν παιδί . Δε την είδε κανείς. Δεν έπαιξε δεν ακούστηκε δεν γνώρισε κανέναν άλλο ,παρά τους γονείς της και την Θεία Κανέλλα.

Η Δώρα στα πενήντα της περίπου , ένα πρωί κοιτάχτηκε, κρυφά π' τον άνδρα της στο καθρέπτη. Εκείνος της έκανε ένα κλίκ.--΄

"Όχι δε μου αρέσεις όπως είσαι. Ποτέ δεν μου άρεσες"

Αυτό ήταν η αρχή. . Στη συνέχεια, πήγε κομμωτήριο, αγόρασε τζίν παντελόνι. και μπλουζάκια με ωραία χρώματα. Εκλεισε ραντεβού με μια αισθητικό, έβαλε και κραγιονάκι που ποτέ δε είχε βάλει. Έκανε check-up

Η Δώρα ποτέ δε ήταν ελκυστική . Σήμερα όμως είναι μια περιποιημένη συμπαθής κυρία!. Πήγε σε βιβλιοπωλείο, αγόρασε και διάβασε βιβλία για παιδιά με σύνδρομο down και άλλα σύνδρομα. Έψαξε και βρήκε σχολείο για ειδικά παιδιά. Να περνά η Αθηνούλα μερικές ώρες κ΄ ίσως μάθει και κάτι. Παίρνει κάθε απόγευμα την κόρη της a la bracheto και γυρίζουν τις βιτρίνες, Πάνε και κάθε Κυριακή πρωί στη εκκλησία. Στον Επιτάφιο το Πάσχα και το βράδυ στη Ανάσταση.
Η γειτονιά ,με
νέους γειτόνους πια , λίγα ξέρει απ' τα παλιά, λέει κάθε μέρα καλημέρα στη Δώρα και πάντα θα υπάρχει μια σοκολάτα για την Αθηνούλα, κάποιος να της δώσει.

Ο Ντίνος στην αρχή φοβήθηκε με τη αλλαγή της γυναίκας του μήπως και σηματοδοτεί κάποια καινούρια συμφορά με την υγεία της ( Όποιος καεί το χυλό φυσάει και το γιαούρτι).Σιγά -σιγά όμως ακολουθεί κι αυτός στα μετόπισθεν .
Τα
βράδια στη τηλεόραση μπροστά, όταν η Αθηνούλα κοιμάται, η Δώρα ζαρώνει στο πλευρό του κακάσχημου γερασμένου Ντίνου. Του άντρα της πάντα, και συνοδοιπόρο στον Γολγοθά της. Του άντρα που δε τους ενώνουν μόνο τα δεσμά του γάμου, αλλά χειροπέδη ο πόνος τους για το παιδί που είχαν ξεχάσει και δεν περίμεναν αλλά εκείνο τους αναζήτησε και τους βρήκε πάνω στη Γη.

--Πίεση πήρες,?
---- Τι έκανες
με την ρωσίδα που σου είπαν ότι στην πατρίδα της ήταν παιδίατρος ;
----
της γράψουμε ένα σπίτι ,αλλά με όρους να κοιτάξει την Αθηνούλα όταν εμείς θα κλείσουμε τα μάτια μας. .
----Μίλησες
με τον δικηγόρο πως μπορούμε να εξασφαλίσουμε το παιδί μας?
Η αγωνία της Δώρας
μέσα από τις συνήθεις ερωτήσεις της ξεσπά σαν τη βροχή στο τζάμι .
---Δύσκολα τα βλέπω όλα, δεν υπάρχει μια Αρχή να προστατεύει αυτούς τους ανθρώπους όταν μείνουν μόνοι.

Η ίδια πάντα επωδός του άντρα της.

Ένα δειλό της χάδι στο άδειο από μαλλιά κεφαλάκι του και η συνήθης έκφραση.
«Έλα , μην
τα σκέπτεσαι όλα τώρα βραδιάτικα και σου ανεβαίνει η πίεση.
Αύριο
είναι μια άλλη μέρα. Κάτι καινούριο μπορεί να ξημερώσει .. .

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Tα Θαύματα δεν γεννιούνται στο λυκόφως και την απανεμιά


Μια αληθινή ιστορία Αγάπης .

Η Αργυρώ, αγρότισσα από την Μεσσηνία, δεν είχε που να πάει στην Αθήνα, μετά την κηδεία της κόρης της που σκοτώθηκε από μηχανή στην Λεωφόρο Συγγρού ,τα ξημερώματα μιας Τρίτης .

Δεν έφυγε όμως αμέσως για το χωριό της, γιατί ήθελε να δει τι θα αποκάνει, με δαύτο το άλαλο παιδί 3-4 χρονών ( ? ) που βρήκε αφημένο στη κάμαρα της κόρης της, στο μισογκρεμισμένο ξένο σπίτι κοντά στην χωματερή του Σχιστού.

Το αγόρι δεν μιλούσε, δεν λαλούσε,, πείναγε διαρκώς, πήγαινε κι ερχόταν επί τόπου στο μικρό δωμάτιο.

Η Γριά τα είχε χαμένα. Στην Αθήνα ,είχε να έλθει πριν δεκαπέντε χρόνια όταν η κόρη της είχε μπερδέματα με το τμήμα Ηθών. Έκανε ,λέει, πεζοδρόμιο χωρίς άδεια.
Κάποια πρωτοξάδελφα στα Μανιάτικα, του Πειραιά, ούτε ήξερε που να τα βρει αλλά ούτε και που ήθελε για να την δουν.

Αγνοούσε ,μέχρι τότε, την ύπαρξη του παιδιού ,ούτε που γνώριζε τίνος ήταν ! Περίμενε από μέρα σε μέρα κάποιος να το αποζητήσει ,ο πατέρας του ίσως. ..Αν και αυτή την εβδομάδα δεν φαινόταν κανείς θα πήγαινε να το παραδώσει στην αστυνομία. Τι άλλο μπορούσε να κάνει ? Να το πάρει στο χωριό ?
Δεν σφάξανε.

Παρασκευή πρωί, είπε να πάει στο νεκροταφείο ν' ανάψει το καντήλι στην κόρη της . Μετά θα άφηνε το παιδί στην αστυνομία και την επομένη το πρωί θα έφευγε πρώτα ο θεός για τον τόπο της, να ησυχάσει στο φτωχικό της ,να κλάψει το αδικοχαμένο στην ζωή και τον θάνατο κορίτσι της.

Κάθισε σε ένα ανάχωμα ,δίπλα στο μνήμα ,έβαλε το πρόσωπο της στα δυο της χέρια κι αναλύθηκε σε αναφιλητά . Μόνη ,σίγουρη πως δεν την άκουγε κανείς.

Ξαφνικά θυμήθηκε το μικρό.. Άρχισε να φωνάζει:

βρέεεεεε που είσαι βρεεεε? Άφαντος ο μικρός. Γύρισε η δόλια, όλο το νεκροταφείο . Δεν το βρήκε πουθενά. Δεν την κρατούσαν άλλο τα πόδια της. Σύρθηκε μέχρι την λεωφόρο Σχιστού, πήρε το λεωφορείο, κατέβηκε στον Πειραιά και πήγε στην αστυνομία .

Το και Το.!!!

Κινητοποιήθηκαν οι αρχές. Πριν ακόμη δύσει ο ήλιος , βρήκαν τον μικρό φυγάδα φοβισμένο, ένα πουλί χωρίς φτερά, χωρίς φωλιά, κουρνιασμένο σε έναν άδειο ανοικτό οικογενειακό τάφο
Ένα παιδί χωρίς μιλιά, χωρίς μάνα, χωρίς πατέρα μόνο πάνω στη Γή.

Δεν είναι το μοναδικό.

Ακολούθησε, η νόμιμη διαδικασία, το παιδί παραδόθηκε στο ΠΙΚΠΑ και από κει στο Νταού Πεντέλης.

```````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Ό,τι Θέλεις είμαι εγώ εδώ.

Η κυρία Ασπασία, έχασε τον άντρα της πολύ νέα . Έμεναν με την μοναχοκόρη της την Ευγενούλα 8 χρονών στη Νεάπολη του Πειραιά.. και αποφάσισε να μην ξαναπαντρευτεί.

Είχε μια φίλη στο ΠΙΚΠΑ . Αυτή μύησε την κυρία Ασπασία στην ιδέα της Αναδοχής. Το ΠΙΚΠΑ εξασφαλίζει την απαιτούμενη στοιχειώδη δαπάνη διαβίωσης,. Το κοριτσάκι της θα μεγάλωνε με ένα αδελφάκι και κείνη θα ανάσταινε ένα γιο που τόσο πολύ επιθύμησε στην ζωή της.
Πράγματι έγινε ανάδοχος μητέρα ενός ορφανού αγοριού 5 ετών του Μάνου, που βρήκε μάνα κι αδελφή κι έγινε αναπόσπαστο μέλος της οικογένειας τους.

Η ζωή τους κυλούσε αθόρυβα με τις καθημερινές λύπες και χαρές που συμβαίνουν και στις καλλίτερες οικογένειες. Τα δύο αδέλφια μαλώνανε, αγαπιόντουσαν, αλλά ευτυχώς παίρνανε τα γράμματα κι έτσι η κυρία Ασπασία είχε μόνο να τα φροντίσει, να τα νοιαστεί, και να ζει μέσα από τα δυο παιδιά της την ζωή που δεν έζησε πριν αποκτήσει τον Μάνο.

Μια Καθαρά Δευτέρα κάλεσε την οικογένεια, η φίλη τους από το ΠΙΚΠΑ
( που ήταν και χρεωμένη, από την Υπηρεσία της, με την παρακολούθηση της αναδοχής του Μάνου), στην Ραφήνα στο εξοχικό της να περάσουν την ημέρα , να παίξουν και τα παιδιά.

Πήγαν!
Αυτή η Καθαρά Δευτέρα σημάδεψε την ζωή τους. Εκεί συνάντησαν για πρώτη φορά τον Στέφανο. Αυτό το όνομα έδωσαν οι ιθύνοντες του Νταού Πεντέλης, στον μικρό μας ήρωα. Τον δραπέτη που διάλεξε για καταφύγιο στη ζωή έναν ανοικτό τάφο.

Τα δυο παιδιά, ο Μάνος και η Ευγενούλα ξετρελάθηκαν με τον μπόμπιρα Στέφανο, έτσι όπως ήταν, λευκός, στρουμπουλός γαλανομάτης, κινητικός, με εμφανή την νοητική του αδυναμία και με κείνο το πλατύ αθώο χαμόγελο που ζωγράφιζε άγιο το προσωπάκι του.

Το πρότεινε η φίλη του ΠΙΚΠΑ .
Το θέλησαν πολύ τα παιδιά.
Το θέλησε ο Θεός.
Το σκέφτηκε και η κυρία Ασπασία και έγινε ανάδοχος μητέρα
και του Στέφανου !!!

Μεγάλη η ευθύνη. Πολύς ο κόπος. Η κούραση αξεκούραστη..

Δεν είναι εύκολο να μεγαλώνεις ένα παιδί με βαριά νοητική αναπηρία.

Τα θαύματα όμως δεν γεννιόνται στο λυκόφως και την απανεμιά.

Τα θαύματα ξεπηδούν μέσα από τον πόνο την βάσανο, και λάμψη τους ακολουθεί.

Η λάμψη της Αγάπης γιόμισε με φως το φτωχικό της κυρίας Ασπασίας.

Τα δυο αγόρια αγαπήθηκαν σαν να είχαν βγει από την ίδια κοιλιά, και η Ευγενούλα φρόντιζε το Στεφανάκο της σαν μια δεύτερη μάνα του. Η κυρία Ασπασία πάλευε σκληρά να τα φέρει βόλτα με τρία παιδιά. Αξιώθηκε όμως να τα «μεγαλώσει»

Την Ευγενούλα την πάντρεψε «καλά» και έχει και εγγονάκι σήμερα.

Ο Μάνος έγινε ηλεκτρονικός μηχανικός, ένα ευγενέστατο παλικάρι, στέλεχος σε μια ιδιωτική επιχείρηση που τον εκτιμούν και οι πέτρες.

Ο Στέφανος, αχ αυτός ο Στέφανος το στερνοπούλι της ! Δεν βάζει γλώσσα , τώρα πια , μέσα.
Κάθε μέρα πάει βόλτα με το αυτοκίνητο που τον πάει και τον φέρνει σ’ ένα Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης για παιδιά με Ειδικές Ανάγκες στην περιοχή τους.
Της ξεφεύγει και πάει μόνος του στο φούρνο και το ζαχαροπλαστείο και αγοράζει ότι θέλει η ψυχή του με το χαρτζιλίκι που φροντίζει ο αδελφός του να μην του λείπει.|
Άσε που χαλάει τον κόσμο με τα γέλια του, τα τραγούδια του και τις γυροβολιές του. Κι όχι τίποτ΄ άλλο, δεν μπορεί σαν μάνα να του βάλει φωνή να τον αγριέψει. ΄ Έχει τον μεγάλο τον Μάνο της, που όλη την ώρα της παραγγέλνει:.

« Μάνα ,πρόσεχε τον αδελφό μου, μην τον μαλώνεις σε παρακαλώ.
Ό,τι θέλεις είμαι εγώ εδώ....."


Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Δεν έμαθα ακόμη !


Την Βασιλική Σταυροπούλου δεν την είδα ποτέ . Το τηλέφωνό της μου έδωσε η κουμπάρα μου επειδή και η Βασιλική είχε ένα παιδί με Ειδικές ανάγκες και ψαχνότανε.

Την πήρα τηλέφωνο
Τα είπαμε ,μοιραστήκαμε την αγωνία μας, ανταλλάξαμε πληροφορίες,.

Η Κική ( έτσι την φώναζαν οι φίλοι,) τραπεζική υπάλληλος ή ίδια ,ασφαλιστής ο άνδρας της, είχε δυο παιδιά. Τον Κώστα 12 χρονών «γερό» παιδί και τον Άγγελο οκτώ ετών με πολλά προβλήματα στην κίνηση, στην ομιλία, στην αντίληψη, στην κοινωνικότητα και συχνές κρίσεις Ε.,

Κίνησε γη και ουρανό η Κική.( Ο άνδρας της σε ό,τι μπορούσε, όσο του επέτρεπε η δουλειά του βοηθούσε) Παράτησε την δουλειά της, αφοσιώθηκε στα παιδιά της ,ιδιαίτερα στον μικρό Άγγελό της..

Στην Ελλάδα δεν βρήκε άκρη. Σε ανοιχτή γραμμή με γιατρούς της Ευρώπης και της Αμερικής ήταν διαρκώς.

Τα λέγαμε συχνά. Αγώνας η ζωή της καθημερινός, διαφορετικός ,ίσως, αλλά το ίδιο ή και περισσότερο δύσκολος με τον δικό μου. .

Όσο έβλεπε δείγματα βελτίωσης στον Άγγελο τόσο προσπαθούσε , τόσο άντεχε περισσότερο, τόσο ήλπιζε ,τόσο γλύκαινε η καρδιά της και κάπου, κάπου κλεφτά στα όνειρά της έβλεπε τον εαυτό της να στηρίζεται στο μπράτσο ενός πολύ ωραίου άντρα. του Άγγέλου της.

Πέρασε αρκετός καιρός . Την έχασα .

Μια μέρα με πήρε η κουμπάρα μου τηλέφωνο ,

----Τα έμαθες? διάβασες εφημερίδες,?

Η Βασιλική Σταυροπούλου με τον άνδρα της και το μεγάλο της γιο τον Κώστα , σκοτώθηκαν επί τόπου σε σφοδρή μετωπική σύγκρουση στην εθνική οδό. Πηγαίνανε στο Ναύπλιο να πάρουν τον Άγγελο που τον είχε κρατήσει λίγες μέρες η γιαγιά του , να τους ξεκουράσει..

" Εσύ ,με ρώτησε η κουμπάρα μου , που είσαι στα μέσα και στα έξω, ξέρεις κανέναν καλό χώρο να βάλουν το ορφανό ,να το αγαπούν, να το νοιάζονται, να το εκπαιδεύουν, να μην πάει χαμένη η προσπάθεια της Μάνας του? Γιατί με όλα αυτά ,το παιδί, έχει πολύ βελτιωθεί. Βλέπεις οι παππούδες του το αγαπούν, αλλά δεν μπορούν, είναι άρρωστοι και υπερήλικες ".

Όχι δεν ήξερα ! Και δυστυχώς δεν έμαθα ακόμη.

Γιατί μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει ένας υποδειγματικός χώρος προορισμένος για άτομα που δεν είναι ψυχωσικά αλλά έχουν διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, Είναι όμως εκπαιδεύσιμα εάν ενταχθούν σε μιαν οργανωμένη ζωή με δημιουργική απασχόληση , με ευκαιρίες κοινωνικοποίησης και συντροφικότητας .Προστατευμένα σ’ ένα ανθρώπινο πολιτισμένο περιβάλλον σαν το σπίτι τους ,υπό την επίβλεψη Ιατρών και «ειδικών» και μακριά από την ζούγκλα της κοινωνίας που έτσι και βρεθούν εκτεθειμένα κι ανυπεράσπιστα είναι έτοιμη να τα κατασπαράξει..

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Στ' αζήτητα.....


Μεγαλογιατρός ο Λάμπρος Λάμπρου, με έδρα το Κολωνάκι ,παντρεύτηκε από προξενιό την κατά 12 χρόνια νεώτερη του Ευτέρπη, κόρη μεγαλοεπιχειρηματία Λαρισαίου ,με προίκα ,με καλό όνομα, με τα Γαλλικά της, το πιάνο της και με αριστοκρατική εμφάνιση . ¨Όλα καλά τα είχε. Αλλά παιδιά δεν έκανε.

Πέρασαν έτσι 12 χρόνια με προσπάθειες
αποτυχημένες Μέχρι και στην Αγγλία πήγανε. Τότε η εξωσωματική γονιμοποίηση στην Ελλάδα δεν απολάμβανε απολύτου αποδοχής και εμπιστοσύνης
Ύστερα από μια αποτυχημένη θεραπεία , ένα Σάββατο απόγευμα που πίνανε στου
Floka τον καφέ τους ,ο Λάμπρος της ανακοίνωσε την απόφασή του

Τέρμα οι προσπάθειες, τέλος τα πειράματα . Θα υιοθετήσουμε ένα παιδί μιαν ώρα αρχύτερα για να προλάβουμε να το μεγαλώσουμε, τα χρόνια περνούν.

Δεν της άρεσε κατά βάθος η ιδέα της
Ευτέρπης( να μπλέξει, να μεγαλώσει τώρα ένα παιδί, που δεν είναι δικό της ; ) Αλλά δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση. Ήταν πολύ προσεκτική. Δεν ήθελε να εναντιωθεί φανερά στον άνδρα της , σε ένα θέμα για το πρόβλημα του οποίου,άθελά της , ήταν υπεύθυνη.
Πάντα πήγαινε με τα νερά του. Μπορεί να ήταν ο γάμος τους συμβατικός αλλά ο Λάμπρου ήταν ένας ευυπόληπτος άνθρωπος και αξιόλογος επιστήμων, που αν μη τι άλλο της παρείχε μιαν εξαιρετική κοινωνική κάλυψη….
Έδειξε να μην διαφωνεί και προσέθεσε:
----Δεν είναι άσχημη ιδέα, αλλά ποιος ξέρει από που θα κρατάει η σκούφια του?
Τότε ο άνδρας της ,της έκανε την ιστορία.

Συναντήθηκε όλως τυχαία με τον φίλο του Αντώνη που κάνανε μαζί διδακτορικό στην Αγγλία σε άλλη ειδικότητα αυτός. Τώρα ήταν και επιστημονικός διευθυντής του
Βρεφοκομείου Αθηνών. Θυμήθηκαν τα παλιά. Μιλήσανε για το σήμερα και τα προβλήματα τους και κουβέντα στην κουβέντα ο Αντώνης έθεσε επί τάπητος την λύση της υιοθεσίας. Αυτός θα τα κανόνιζε όλα και σύντομα ο Λάμπρος θα είχε ένα δικό του παιδί με τον νόμο.

Μέσα σε έξη μήνες όλες οι διαδικασίες είχαν τελειώσει και ένα αδύνατο, μικροσκοπικό, αλλά χαριτωμένο κοριτσάκι με μεγάλα εκφραστικά καστανά μάτια, μόλις έξι μηνών, συμπλήρωσε την οικογένεια τους.

Στον πρώτο κι'
όλας χρόνο ο Λάμπρου παρατήρησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την μικρή.
Σοβαρή εκ γενετής αναπηρία στα κάτω άκρα . Δεν θυμάμαι να σας περιγράψω την ιατρική διάγνωση.
Όσο περνούσε ο καιρός ,γινόταν ολοφάνερη η αναπηρία του κοριτσιού στα πόδια και η μη φυσιολογική σωματική του ανάπτυξη.
Μαραθώνιες προσπάθειες ακολούθησαν που απέδωσαν σε βαθμό να μπορέσει η Χαρίκλεια
-- της έδωσε ο Λάμπρου το όνομα της μητέρας του-- να περπατάει σαν βαρκούλα ακυβέρνητη σε ρηχά νερά.

Η Ευτέρπη δεν άντεξε για πολύ. Ξεσπάθωσε.!
---- Μας εξαπάτησε ο φίλος σου , μας δώσανε ψεύτικο ιστορικό, δεν μας
πληροφόρησαν τι κληρονομικό βαραίνει το κορίτσι και την μάνα του. Να τους κάνουμε αγωγή για απάτη, να ακυρώσουμε την υιοθεσία ,να το πάρουν πίσω ,εγώ δεν θα αφιερώσω την ζωή μου σε ένα σακάτικο πλάσμα που δεν είναι δικό μου. Δεν το θέλω . Η αυτή , ή εγώ εδώ μέσα , τελεία και παύλα.
Ο Λάμπρος , ευαίσθητος άνθρωπος αλλά και σκληρό καρύδι.
Το είχε αγαπήσει το κοριτσάκι το πόναγε, το φρόντιζε και το περιέβαλε με μεγάλη στοργή και τρυφερότητα.
Της απάντησε.
Ορθά-κοφτά Μια κι έξω.
----- Η επιλογή δική σου . Η Χαρίκλεια φέρει το όνομά μου και θα μείνει παιδί μου με όλα τα δικαιώματα στην ζωή μου και την περιουσία μου.
Η Ευτέρπη έμεινε άναυδη. Τελικά , επέλεξε να μείνει ξένη στο ίδιο της το σπίτι.

Στα δεκατέσσερα της η Χαρίκλεια ήταν μια κοπελίτσα με σοβαρά κινητικά προβλήματα, αλλά και με προβλήματα συμπεριφοράς «επί εδάφους νοητικής στέρησης».( Οριακή Νοημοσύνη
IQ70 Έτσι έλεγε η ιατρική γνωμάτευση.)

Τότε ήταν που ο Λάμπρος ύστερα από ένα βαρύ εγκεφαλικό που τον κράτησε δυο μήνες σε αφασία, άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο και εγκατέλειψε την Χαρίκλεια έφηβη στα χέρια της
Ευτέρπης.
Μετά τα σαράντα του Λάμπρου, η Ευτέρπη ξεκίνησε , με την βοήθεια ενός
μεγαλο- δικηγόρου του Κολωνακίου ,έναν δικαστικό αγώνα ( χρήματα της περίσσευαν) ενάντια στο βρεφοκομείο για απόκρυψη σοβαρών στοιχείων με σκοπό τον δόλο, και με αίτημα την ακύρωση της υιοθεσίας.
Εν τω μεταξύ την έβαλε εσώκλειστη σε ένα ίδρυμα για παιδιά με ειδικές ανάγκες..
Εκεί τις γνώρισα εγώ «μητέρα» και «κόρη.»

Η Χαρίκλεια ήταν ένα υπερκινητικό άτομο παρ’ όλη την αναπηρία της,δεν στεκόταν πουθενά. Μιλούσε δε διαρκώς με έπαρση για την καταγωγή της και τον
μεγαλογιατρό του Κολωνακίου πατέρα της.
Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές που η ματιά μου την έπιανε σε μια γωνιά στο προαύλιο μονάχη σιωπηλή ,με τα μάτια βουρκωμένα ,χαμηλωμένα ,ιδίως όταν έβλεπε τα εξωτερικά παιδιά να επιστρέφουν μετά το μεσημέρι σπίτι τους.

Την «μητέρα» Ευτέρπη την είχα δει μια δυο φορές σε κάποιες εκδηλώσεις.
Μία κηδεμόνας, ανέκφραστη, σοβαρή ,τυπική ,αγέλαστη.

Κάποια μέρα η Χαρίκλεια έφυγε από το ίδρυμα. Δεν θυμάμαι κάτω από ποιες συνθήκες.
Αργότερα έμαθα ότι παντρεύτηκε έναν τυφλό τον οποίο φρόντιζε με πολύ στοργή, τον κοίταζε στα μάτια. Δεν ξέρω αν άντεξε αυτός ο γάμος.
Ούτε έμαθα τι απέγινε με την υιοθεσία αν ακυρώθηκε ή όχι.

Πριν μερικά χρόνια, μια βραδιά που παρακολουθούσα στην τηλεόραση την εκπομπή που άνθρωποι αναζητούν ανθρώπους, είδα την Χαρίκλεια αρκετά μεγαλωμένη, να ψάχνει απεγνωσμένα τις ρίζες της. Την πραγματική της μάνα ζητούσε και παρακαλούσε.
« Μόνο να μου ανοίξει την αγκαλιά της θέλω, δεν θα της ζητήσω ,δεν θα την ρωτήσω τίποτα.»
Παρ' ότι οι πληροφορίες έδειχναν ότι η δημοσιογράφος είχε βρει την άκρη, έπεσε βαριά σιωπή .
Μάνα δεν φανερώθηκε, ούτε αδέλφια ούτε συγγενείς.

Άφησαν για μια δεύτερη φορά την Χαρίκλεια
στ' αζήτητα........