www.prosvasi-amea.gov.gr

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Δεν έμαθα ακόμη !


Την Βασιλική Σταυροπούλου δεν την είδα ποτέ . Το τηλέφωνό της μου έδωσε η κουμπάρα μου επειδή και η Βασιλική είχε ένα παιδί με Ειδικές ανάγκες και ψαχνότανε.

Την πήρα τηλέφωνο
Τα είπαμε ,μοιραστήκαμε την αγωνία μας, ανταλλάξαμε πληροφορίες,.

Η Κική ( έτσι την φώναζαν οι φίλοι,) τραπεζική υπάλληλος ή ίδια ,ασφαλιστής ο άνδρας της, είχε δυο παιδιά. Τον Κώστα 12 χρονών «γερό» παιδί και τον Άγγελο οκτώ ετών με πολλά προβλήματα στην κίνηση, στην ομιλία, στην αντίληψη, στην κοινωνικότητα και συχνές κρίσεις Ε.,

Κίνησε γη και ουρανό η Κική.( Ο άνδρας της σε ό,τι μπορούσε, όσο του επέτρεπε η δουλειά του βοηθούσε) Παράτησε την δουλειά της, αφοσιώθηκε στα παιδιά της ,ιδιαίτερα στον μικρό Άγγελό της..

Στην Ελλάδα δεν βρήκε άκρη. Σε ανοιχτή γραμμή με γιατρούς της Ευρώπης και της Αμερικής ήταν διαρκώς.

Τα λέγαμε συχνά. Αγώνας η ζωή της καθημερινός, διαφορετικός ,ίσως, αλλά το ίδιο ή και περισσότερο δύσκολος με τον δικό μου. .

Όσο έβλεπε δείγματα βελτίωσης στον Άγγελο τόσο προσπαθούσε , τόσο άντεχε περισσότερο, τόσο ήλπιζε ,τόσο γλύκαινε η καρδιά της και κάπου, κάπου κλεφτά στα όνειρά της έβλεπε τον εαυτό της να στηρίζεται στο μπράτσο ενός πολύ ωραίου άντρα. του Άγγέλου της.

Πέρασε αρκετός καιρός . Την έχασα .

Μια μέρα με πήρε η κουμπάρα μου τηλέφωνο ,

----Τα έμαθες? διάβασες εφημερίδες,?

Η Βασιλική Σταυροπούλου με τον άνδρα της και το μεγάλο της γιο τον Κώστα , σκοτώθηκαν επί τόπου σε σφοδρή μετωπική σύγκρουση στην εθνική οδό. Πηγαίνανε στο Ναύπλιο να πάρουν τον Άγγελο που τον είχε κρατήσει λίγες μέρες η γιαγιά του , να τους ξεκουράσει..

" Εσύ ,με ρώτησε η κουμπάρα μου , που είσαι στα μέσα και στα έξω, ξέρεις κανέναν καλό χώρο να βάλουν το ορφανό ,να το αγαπούν, να το νοιάζονται, να το εκπαιδεύουν, να μην πάει χαμένη η προσπάθεια της Μάνας του? Γιατί με όλα αυτά ,το παιδί, έχει πολύ βελτιωθεί. Βλέπεις οι παππούδες του το αγαπούν, αλλά δεν μπορούν, είναι άρρωστοι και υπερήλικες ".

Όχι δεν ήξερα ! Και δυστυχώς δεν έμαθα ακόμη.

Γιατί μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει ένας υποδειγματικός χώρος προορισμένος για άτομα που δεν είναι ψυχωσικά αλλά έχουν διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, Είναι όμως εκπαιδεύσιμα εάν ενταχθούν σε μιαν οργανωμένη ζωή με δημιουργική απασχόληση , με ευκαιρίες κοινωνικοποίησης και συντροφικότητας .Προστατευμένα σ’ ένα ανθρώπινο πολιτισμένο περιβάλλον σαν το σπίτι τους ,υπό την επίβλεψη Ιατρών και «ειδικών» και μακριά από την ζούγκλα της κοινωνίας που έτσι και βρεθούν εκτεθειμένα κι ανυπεράσπιστα είναι έτοιμη να τα κατασπαράξει..

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Στ' αζήτητα.....


Μεγαλογιατρός ο Λάμπρος Λάμπρου, με έδρα το Κολωνάκι ,παντρεύτηκε από προξενιό την κατά 12 χρόνια νεώτερη του Ευτέρπη, κόρη μεγαλοεπιχειρηματία Λαρισαίου ,με προίκα ,με καλό όνομα, με τα Γαλλικά της, το πιάνο της και με αριστοκρατική εμφάνιση . ¨Όλα καλά τα είχε. Αλλά παιδιά δεν έκανε.

Πέρασαν έτσι 12 χρόνια με προσπάθειες
αποτυχημένες Μέχρι και στην Αγγλία πήγανε. Τότε η εξωσωματική γονιμοποίηση στην Ελλάδα δεν απολάμβανε απολύτου αποδοχής και εμπιστοσύνης
Ύστερα από μια αποτυχημένη θεραπεία , ένα Σάββατο απόγευμα που πίνανε στου
Floka τον καφέ τους ,ο Λάμπρος της ανακοίνωσε την απόφασή του

Τέρμα οι προσπάθειες, τέλος τα πειράματα . Θα υιοθετήσουμε ένα παιδί μιαν ώρα αρχύτερα για να προλάβουμε να το μεγαλώσουμε, τα χρόνια περνούν.

Δεν της άρεσε κατά βάθος η ιδέα της
Ευτέρπης( να μπλέξει, να μεγαλώσει τώρα ένα παιδί, που δεν είναι δικό της ; ) Αλλά δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση. Ήταν πολύ προσεκτική. Δεν ήθελε να εναντιωθεί φανερά στον άνδρα της , σε ένα θέμα για το πρόβλημα του οποίου,άθελά της , ήταν υπεύθυνη.
Πάντα πήγαινε με τα νερά του. Μπορεί να ήταν ο γάμος τους συμβατικός αλλά ο Λάμπρου ήταν ένας ευυπόληπτος άνθρωπος και αξιόλογος επιστήμων, που αν μη τι άλλο της παρείχε μιαν εξαιρετική κοινωνική κάλυψη….
Έδειξε να μην διαφωνεί και προσέθεσε:
----Δεν είναι άσχημη ιδέα, αλλά ποιος ξέρει από που θα κρατάει η σκούφια του?
Τότε ο άνδρας της ,της έκανε την ιστορία.

Συναντήθηκε όλως τυχαία με τον φίλο του Αντώνη που κάνανε μαζί διδακτορικό στην Αγγλία σε άλλη ειδικότητα αυτός. Τώρα ήταν και επιστημονικός διευθυντής του
Βρεφοκομείου Αθηνών. Θυμήθηκαν τα παλιά. Μιλήσανε για το σήμερα και τα προβλήματα τους και κουβέντα στην κουβέντα ο Αντώνης έθεσε επί τάπητος την λύση της υιοθεσίας. Αυτός θα τα κανόνιζε όλα και σύντομα ο Λάμπρος θα είχε ένα δικό του παιδί με τον νόμο.

Μέσα σε έξη μήνες όλες οι διαδικασίες είχαν τελειώσει και ένα αδύνατο, μικροσκοπικό, αλλά χαριτωμένο κοριτσάκι με μεγάλα εκφραστικά καστανά μάτια, μόλις έξι μηνών, συμπλήρωσε την οικογένεια τους.

Στον πρώτο κι'
όλας χρόνο ο Λάμπρου παρατήρησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την μικρή.
Σοβαρή εκ γενετής αναπηρία στα κάτω άκρα . Δεν θυμάμαι να σας περιγράψω την ιατρική διάγνωση.
Όσο περνούσε ο καιρός ,γινόταν ολοφάνερη η αναπηρία του κοριτσιού στα πόδια και η μη φυσιολογική σωματική του ανάπτυξη.
Μαραθώνιες προσπάθειες ακολούθησαν που απέδωσαν σε βαθμό να μπορέσει η Χαρίκλεια
-- της έδωσε ο Λάμπρου το όνομα της μητέρας του-- να περπατάει σαν βαρκούλα ακυβέρνητη σε ρηχά νερά.

Η Ευτέρπη δεν άντεξε για πολύ. Ξεσπάθωσε.!
---- Μας εξαπάτησε ο φίλος σου , μας δώσανε ψεύτικο ιστορικό, δεν μας
πληροφόρησαν τι κληρονομικό βαραίνει το κορίτσι και την μάνα του. Να τους κάνουμε αγωγή για απάτη, να ακυρώσουμε την υιοθεσία ,να το πάρουν πίσω ,εγώ δεν θα αφιερώσω την ζωή μου σε ένα σακάτικο πλάσμα που δεν είναι δικό μου. Δεν το θέλω . Η αυτή , ή εγώ εδώ μέσα , τελεία και παύλα.
Ο Λάμπρος , ευαίσθητος άνθρωπος αλλά και σκληρό καρύδι.
Το είχε αγαπήσει το κοριτσάκι το πόναγε, το φρόντιζε και το περιέβαλε με μεγάλη στοργή και τρυφερότητα.
Της απάντησε.
Ορθά-κοφτά Μια κι έξω.
----- Η επιλογή δική σου . Η Χαρίκλεια φέρει το όνομά μου και θα μείνει παιδί μου με όλα τα δικαιώματα στην ζωή μου και την περιουσία μου.
Η Ευτέρπη έμεινε άναυδη. Τελικά , επέλεξε να μείνει ξένη στο ίδιο της το σπίτι.

Στα δεκατέσσερα της η Χαρίκλεια ήταν μια κοπελίτσα με σοβαρά κινητικά προβλήματα, αλλά και με προβλήματα συμπεριφοράς «επί εδάφους νοητικής στέρησης».( Οριακή Νοημοσύνη
IQ70 Έτσι έλεγε η ιατρική γνωμάτευση.)

Τότε ήταν που ο Λάμπρος ύστερα από ένα βαρύ εγκεφαλικό που τον κράτησε δυο μήνες σε αφασία, άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο και εγκατέλειψε την Χαρίκλεια έφηβη στα χέρια της
Ευτέρπης.
Μετά τα σαράντα του Λάμπρου, η Ευτέρπη ξεκίνησε , με την βοήθεια ενός
μεγαλο- δικηγόρου του Κολωνακίου ,έναν δικαστικό αγώνα ( χρήματα της περίσσευαν) ενάντια στο βρεφοκομείο για απόκρυψη σοβαρών στοιχείων με σκοπό τον δόλο, και με αίτημα την ακύρωση της υιοθεσίας.
Εν τω μεταξύ την έβαλε εσώκλειστη σε ένα ίδρυμα για παιδιά με ειδικές ανάγκες..
Εκεί τις γνώρισα εγώ «μητέρα» και «κόρη.»

Η Χαρίκλεια ήταν ένα υπερκινητικό άτομο παρ’ όλη την αναπηρία της,δεν στεκόταν πουθενά. Μιλούσε δε διαρκώς με έπαρση για την καταγωγή της και τον
μεγαλογιατρό του Κολωνακίου πατέρα της.
Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές που η ματιά μου την έπιανε σε μια γωνιά στο προαύλιο μονάχη σιωπηλή ,με τα μάτια βουρκωμένα ,χαμηλωμένα ,ιδίως όταν έβλεπε τα εξωτερικά παιδιά να επιστρέφουν μετά το μεσημέρι σπίτι τους.

Την «μητέρα» Ευτέρπη την είχα δει μια δυο φορές σε κάποιες εκδηλώσεις.
Μία κηδεμόνας, ανέκφραστη, σοβαρή ,τυπική ,αγέλαστη.

Κάποια μέρα η Χαρίκλεια έφυγε από το ίδρυμα. Δεν θυμάμαι κάτω από ποιες συνθήκες.
Αργότερα έμαθα ότι παντρεύτηκε έναν τυφλό τον οποίο φρόντιζε με πολύ στοργή, τον κοίταζε στα μάτια. Δεν ξέρω αν άντεξε αυτός ο γάμος.
Ούτε έμαθα τι απέγινε με την υιοθεσία αν ακυρώθηκε ή όχι.

Πριν μερικά χρόνια, μια βραδιά που παρακολουθούσα στην τηλεόραση την εκπομπή που άνθρωποι αναζητούν ανθρώπους, είδα την Χαρίκλεια αρκετά μεγαλωμένη, να ψάχνει απεγνωσμένα τις ρίζες της. Την πραγματική της μάνα ζητούσε και παρακαλούσε.
« Μόνο να μου ανοίξει την αγκαλιά της θέλω, δεν θα της ζητήσω ,δεν θα την ρωτήσω τίποτα.»
Παρ' ότι οι πληροφορίες έδειχναν ότι η δημοσιογράφος είχε βρει την άκρη, έπεσε βαριά σιωπή .
Μάνα δεν φανερώθηκε, ούτε αδέλφια ούτε συγγενείς.

Άφησαν για μια δεύτερη φορά την Χαρίκλεια
στ' αζήτητα........

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Σβήσε το φως να κοιμηθούμε



Η ιστορία είναι αυθεντική. Τα ονόματα, ο τόπος, τα επαγγέλματα είναι φανταστικά για ευνόητους λόγους.


Ο Στάθης ,φαντάρος και η Δέσποινα 18 χρονών,

συγχωριανοί σ' ένα νησί του Ιουνίου, ζευγάρωσαν στα κρυφά και η Δέσποινα έμεινε έγκυος.

Η μάνα της την ζωή της δεν ήθελε. « Αν δε το ρίξεις θα φαρμακωθώ»

Αλλά και ο Στάθης, μοναχογιός του Ανέστη, δεν είχε το κουράγιο να το ανακοινώσει στον γέρο του που και νοικοκύρης ήταν και ανύπαντρος έμεινε για χάρη του μετά τον θάνατο της μάνας του Στάθη , πριν δέκα χρόνια και ήταν και αυστηρών αρχών.

Ο κύβος ερίφθη. Μια Τρίτη πρωί στην Αθήνα σε ένα ιδιωτικό, παράμερο, γυναικολογικό ιατρείο και ο καρπός του έρωτά τους δεν γεννήθηκε ποτέ.

Το αίσθημα όμως άντεξε πέντε χρόνια.

Ο Στάθης μπήκε στην ΔΕΗ,( Είχε ο Ανέστης τον βουλευτή του νησιού κουμπάρο) δώσανε οι γονείς την ευχή τους και ο γάμος έγινε στην εκκλησιά του χωριού ένα Μαγιάτικο Κυριακάτικο απόβραδο κι ήταν όλοι οι χωριανοί εκεί.

« Να ζήσουν τα παιδιά συμπεθέρα και καλούς απογόνους νάχουνε, να δούμε κι εμείς εγγόνια, να ακούσει και η συχωρεμένη το όνομά της εκεί που είναι!!!

Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην χώρα, να είναι κοντά ο Στάθης στην δουλειά του.

Πέρασε ένας χρόνος, δεύτερος, τρίτος, αλλά το πολυπόθητο εγγόνι δεν ερχόταν.

---Στείρα η κυρά σου ! πέταξε μια μέρα κατάμουτρα στον γιο του ο Ανέστης. Φταις και συ. .Έπρεπε να την δοκιμάσεις πριν την πάρεις, τόσα χρόνια την είχες .

Όρθιος κοιμόσουν»?

Άχνα ο Στάθης που είχε καλά θαμμένο το μυστικό και υποψιαζόταν την ζημιά που είχε γίνει στην κοπέλα.

Τα πρώτα νιάτα πέρασαν μαζί με τα χρόνια που τους έφυγαν και πήραν μαζί τους την ελπίδα για παιδί.

Μαζί το αποφάσισαν.

Θα υιοθετήσουμε ένα παιδί.

Μια θειά, εξαδέλφη της μάνας του Στάθη της συχωρεμένης ανέλαβε την υπόθεση.

Μια εργάτρια που είχαν στο κτήμα για τις ελιές ,ήταν έγκυος, ανύπαντρη και η θειά την έπεισε να το κρατήσει με το αζημίωτο .

( Σημείωση :δεν ήξερε , η θειά, ότι το παιδί που περίμενε η μέλλουσα μητέρα ήταν καρπός βιασμού από έναν γύφτο στο χωράφι)

Όλα γίνανε μυστικά, νόμιμα . Τα συμφωνηθέντα κατά γράμμα κι από τις δύο πλευρές.

Μεγάλο Σάββατο η θεια με τον Στάθη φέρανε το νεογέννητο στο σπίτι.

Ανάσταση έκανε η Δέσποινα . Ήταν και μελαχρινούλι , τους έμοιαζε το πουλάκι τους.

Μπορεί να ήταν του δημοτικού η Δέσποινα, αλλά και άξια και νοικοκυρά ήταν, και να αγαπάει ήξερε και το μοσχομεγάλωνε το μελανούρι τους όπως συνήθιζε να λέει ο Στάθης.

Νωρίς περπάτησε ,έτρεχε ασταμάτητα η Μαρίνα( της δώσανε το όνομα της Μάνας του Στάθη) δεν μπορούσε να σταθεί πουθενά, και μόλις άκουγε μουσική έριχνε ένα χορό ,μα ένα χορό .! Το κορμάκι της λυγούσε και κουνούσε σαν αερικό.
.
Έκλεισε τα τρία χρόνια και τα μόνα λογάκια που έβγαιναν απ' τα χείλη του ήταν .μαμά. μπαμπά. Τάθη μου ( Στάθη μου ερμήνευε η Δέσποινα)

Η νονά του η Κική, -βρεφοκόμος το επάγγελμα ,-τους έβαλε ψύλλους στ' αυτιά. ----------Να πάτε το κορίτσι στην Αθήνα να το εξετάσουν οι ειδικοί.

Το έφεραν στο Παίδων .Το παιδί είχε πρόβλημα. .

« Διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή- με σημαντικού βαθμού νοητική καθυστέρηση» Κάπως έτσι τους τα είπαν οι Ειδικοί.
---- Χρειάζεται, ειδική Αγωγή, .Ειδική εκπαίδευση σε Ειδικό σχολείο και διαρκή παρακολούθηση από Ειδικούς.

Εύκολο ήταν??? Συμφώνησαν όμως από κοινού:

----Θα κάνουμε τα πάντα για το παιδί μας. Δεν μπορεί η επιστήμη έχει προχωρήσει . Ο άνθρωπος έφτασε στο φεγγάρι και ένα μικρό παιδάκι δεν μπορούν οι γιατροί να φέρουν στα ίσα του? θα το γιάνομε το παιδί μας.!

Σύντομα ο Στάθης πήρε μετάθεση στην Αθήνα ,αφήσανε το νοικοκυριό τους στο νησί και μείνανε στο ενοίκιο στα Λιπάσματα. Μιαν συνοικία του Πειραιά .

Μόνοι, ξένοι, ξεκομμένοι από συγγενείς και φίλους αλλά αποφασισμένοι να κάνουν ότι τους πουν οι « ειδικοί της Αθήνας».

Δεν άφησαν Ειδικό για Ειδικό, Κέντρο για Κέντρο, ο Στάθης με το σαραβαλάκι του τρέχει όπου του πει η γυναίκα του.

Σήμερα η Μαρίνα είναι 23 ετών, με βαριά νοητική καθυστέρηση και πάει καθημερινά σ’ ένα Κέντρο για άτομα με Ειδικές Ανάγκες. Είναι όμως μες την καλή χαρά .Πετάει την σκούφια της για χορό μετά μουσικής , για βόλτες με το αυτοκίνητο και για φιλιά και χάδια. Λατρεύει τους γονείς της και το δείχνει. Τα καλοκαίρια τα περνάνε στο νησί, στο εξοχικό τους , κοντά στους συγγενείς και φίλους και είναι πολύ ωραία και για τους τρεις.

Η κυρά Δέσποινα κάνει κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί το σταυρό της και λέει φωναχτά την προσευχή της

------Δόξα νάχεις θεέ μου. ΄Εχε με γερή να προστατεύω το κορίτσι μου.

Ο Στάθης ,κάνει πως δεν ακούει.

-----Γυναίκα, έλα σβήσε το φως να κοιμηθούμε

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Του Έρωτα Αναλφάβητοι


Η Ιστορία είναι αληθινή. Τα ονόματα φανταστκά για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των ηρώων της.
Θέλει κουράγιο , να φτάσει μέχρι το τέλος ο αναγνώστης ,να πάρει μια βαθιά ανάσα για ν' αρχίσει να συλλογάται..

Στα δεκαεπτά του ο Ορέστης απ' την Κρήτη, μπήκε στο πλοίο της γραμμής και τα ξημερώματα έφτασε Πειραιά. Στο χωριό του στα Χανιά, άφησε την μάνα του και τα δύο αδέλφια του αποκαταστημένα. Εκείνος ήλθε στην Αθήνα να κάνει την τύχη του. Τράβηξε για τα Πατήσια, όπου έμενε η μεγάλη του αδελφή Μαρίκα παντρεμένη μ' έναν πατριώτη τους. Ζήτησε κατάλυμα και το βρήκε.

Σύντομα έπιασε δουλειά σ' ένα εργαστήριο αρτοποιίας .Δουλευταράς και φιλόδοξος δεν άργησε να μάθει την δουλειά. Σε πέντε χρόνια άνοιξε δικό του μαγαζί. Η επαγγελματική του εξέλιξη ήταν ραγδαία στα επόμενα 10 χρόνια. Εργαστήριο Ζαχαροπλαστικης έχτισε σε οικόπεδο ιδιόκτητο, στην Άνω Γλυφάδα. Το αγόρασε με τις οικονομίες από την σκληρή δουλειά του.

Η προσωπική του ζωή ,σελίδα άγραφη,. Κάτι σημειώσεις από σχέσεις εφήμερες περαστικές ανυπόγραφες. Κατά τα άλλα μαγγανοπήγαδο . Μέρα νύχτα δουλειά ( στο εργαστήρι κοιμόταν) είχε και τρεις Αλβανούς στην δούλεψή του.

Την ΄Άννα την γνώρισε Μεγάλο Σάββατο στην Ανάσταση. Είχε κατέβει στο χωριό του για τα βαφτίσια της μικρής ανιψιάς του. Στην βάφτιση και στη συνέχεια στο γλέντι δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της . Η ΄Άννα ήταν κοντούλα μικροκαμωμένη ,μαζεμένη ,κλειστή, απόμακρη, σχεδόν απούσα. Μόνο σ' ένα πεντοζάλι συμμετείχε. Είχε όμως κάτι μάτια, μα κάτι πελώρια μαύρα μάτια σωστοί μαγνήτες. Εκείνο το βράδυ στο γλέντι ,του έριξε αρκετές κλεφτές ματιές κι ο Ορέστης λαγοκοιμήθηκε μαζί τους την υπόλοιπη νύχτα.
Το πρωί μίλησε στην αδελφή του.
---- Ποια είναι αυτή η μικρή που...»
--Καλέ το Αννιώ του Γιώργη του καντηλανάφτη είναι δεν το θυμάσαι?

Όχι δεν το θυμόταν ,το είχε αφήσει μικρό ,τώρα μεγάλωσε και το θέλει.

« Έλα στα συγκαλά σου. Φρόνιμο κορίτσι είναι δε λέω και δεν πειράζει που είναι πάμπτωχο. Αλλά είναι μόνο δεκάξι χρονών και συ τριάντα δύο, το σκέφτηκες καλά ?

Ο Ορέστης το σκέφτηκε και το αποφάσισε και την ζήτησε απευθείας από τον πατέρα της ο ίδιος. Η Άννα, λες και να το είχε εκείνη σχεδιάσει είπε αμέσως ΝΑΙ .
Ωραίο παλικάρι ήταν ο Ορέστης, είχε τον τρόπο του. Δική του δουλειά, και λιμουζίνα. Ο ίδιος την ζήτησε ,που σημαίνει παίζει κι έρωτας, και το σπουδαιότερα θα πάει να μείνει μαζί του στην Αθήνα. Εκεί την οδηγούσαν πάντα τα όνειρά της. Τι άλλο ήθελε? Δεν περίμενε κανέναν καλλίτερο πρίγκιπα!!
Παντρεμένοι πια ,η Άννα και ο Ορέστη ,εγκαταστάθηκαν στην Άνω Γλυφάδα ,πάνω από το Εργαστήριο της Ζαχαροπλαστικής ,όπου ο Ορέστης είχε σηκώσει τον πρώτο όροφο (οι υπόλοιποι τρεις, σιγά-σιγά .)

Σε εννιά μήνες σπάσανε τα νερά της Άννας.
Κανείς δεν ξέρει λεπτομέρειες για την αιτία του δράματος που ακολούθησε. Η μεγάλη του η αδελφή η Μαρίκα κυκλοφόρησε την είδηση ότι η Άννα ντρεπόταν , δεν άνοιγε τα πόδια της στην γέννα ,και το παιδί-αγόρι- πιέστηκε στο κεφάλι ,και γεννήθηκε με βαριά αναπηρία.( να μην τους κολλήσουν και την ρετσινιά καμιάς κληρονομικότητας . Μεγαλώνουν κ' άλλα παιδιά στο σόϊ .)

Η πόρτα του σπιτιού τους, μπουκαπόρτα βαριά , έπεσε και φυλάκισε την ζωή τους.

Μέσα από την φυλακή της η παλιά απούσα Άννα έδινε κάθε μέρα ένα ηχηρό παρών στην ζωή .
Στα τριάντα δύο της χρόνια, μεγαλώνει τέσσερα παιδιά, το ένα μετά το άλλο και υπηρετεί έναν άντρα που έρχεται σπίτι μόνο για να κοιμηθεί.
( Πως τα έκανα τα παιδιά και γώ δεν ξέρω λέει καμιά φορά, σαρκάζοντας την ζωή της.)

Ένα βράδυ ,μόλις πλάγιασαν μονολόγησε η Άννα.
« Δεν αντέχω άλλο. Το Μανωλιό μας έγινε άντρας ,με ξεπέρασε, δεν μπορώ να τον σηκώνω, κουράστηκα. Καμιά ώρα θα πέσω και θα γίνω κομμάτια. Η Μαρίκα μου είπε ,ότι υπάρχει ένα ίδρυμα στην Αθήνα που τα παίρνουν, τα περιποιούνται μέχρι το τέλος. Ό Ορέστης τινάχτηκε όρθιος και την κατακεραύνωσε στην γλώσσα τους.

« Διάολε τσ'απολιμάρες σου, Ίντα λές? Το πρώτο μου παιδί, το Μανωλιό μου, στο ίδρυμα? Εδώ γυναίκες για να ζήσουν τα παιδιά τους ξενιτεύονται και ξεσκατίζουν αρρώστους γέρους και συ το δικό σου ανάπηρο δεν μπορείς να χουλαντρίσεις μέσα στο σπίτι σου? Κουζουλάθηκες μωρέ ?
( Ούτε λόγος για βοήθεια στο σπίτι ήταν πολύ σφικτός ο Ορέστης)

Χαλαζόπετρες στην καρδιά της Άννας τα λόγια του άντρα της. Πάγοι που δεν λιώνουν και καταψύχουν την ψυχή της.
Λες κι η ώρα ήταν ανοιχτή. Πριν περάσει μια εβδομάδα, μ΄ ένα καλάθι ρούχα αγκαλιά η Άννα μέτρησε από την ταράτσα έναν όροφο σκαλιά και πλατειάστηκε στο πλατύσκαλο στην πόρτα της μπροστά.
Ούρλιαζε από τους πόνους δεν μπόραγε να σηκωθεί. Ούρλιαζε και το Μανωλιό μέσα στο διαμέρισμα.( αυτή ήταν η μιλιά του) Άνθρωπο γύρευαν κι οι δυο.
Δεν υπήρχε κανείς.!

Όταν ανέβηκε το μεσημέρι ο Ορέστης, βρήκε την Άννα ημιλιπόθυμη στο μάρμαρο και το Μανωλιό πεσμένο μπρούμυτα στο πάτωμα, ανάμεσα στα περιττώματά του. Φρίκη!!
Πολλαπλά κατάγματα στην λεκάνη ,δύο ενχειρήσεις μέσα σε ένα χρόνο η Άννα, καθηλωμένη στο κρεβάτι, ανήμπορη να αυτοεξυπηρετηθεί και να υπηρετήσει. Δεν πήγαινε άλλο. Το Μανωλιό μπήκε στο Ίδρυμα και για το σπίτι και την οικογένεια ,ο Ορέστης βρήκε μια οικονομική Μολδαβή καμιά σαρανταπενταριά χρονών. Αλλά τι να πρωτοκάνει κι αυτή? Συχνά-πυκνά ερχόταν και η κόρη της η Νατάσσα να βοηθήσει. Μια δίμετρη ,γαλανομάτα καλλονή 22 Μαΐων , να την πιεις στο ποτήρι.
Οι Μολδαβίνες πήραν την κατάσταση στα χέρια τους μέσα στο σπίτι .

Η Νατάσσα βοήθαγε και στο εργαστήριο και όχι μόνο. Το χαμόγελο μπήκε δειλά-δειλά στην ζωή τους. Γέλια ,αστεία. παιχνίδια η Νατάσσα με τα παιδιά, χαμόγελα και φλύαρες σιωπές με τον Ορέστη....

Η Άννα τα έβλεπε, τα ένοιωθε όλα αυτά αλλά μιλιά δεν έβγαζε , βυθισμένη σε καραμπινάτη κατάθλιψη .
Ο Ορέστης αποφάσισε να πάει στο ίδρυμα να δει τον Μανωλιό. Από τότε που το παιδί μπήκε μέσα ,από το τηλέφωνο μάθαινε ότι ζει. Δεν άντεχε να το δει ,( ποιος ξέρει πώς?) φοβότανε τον εαυτό του. Εκείνο το πρωί της Κυριακής, τον ξεπέρασε-έτσι τουλάχιστον νόμιζε- και πήγε.


Μια ηλιόλουστη αλκυονίδα μέρα του Γενάρη. Στάθηκε έξω από την καγκελόπορτα του ιδρύματος. Μπροστά μια μικρή αυλή με δέντρα λιγοστά και λουλούδια γύρω-γύρω στα παρτέρια. Κάποιοι ασθενείς ήταν εκεί καθηλωμένοι στα καρότσια τους. 2-3 κοπέλες με λευκή ποδιά περιφέρονταν. Περιέφερε την ματιά του πέρα δώθε και κείνη έπεσε πάνω σε ένα καρότσι αναπηρικό ,που κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά του , ένα σώμα δεμένο με ιμάντες . Ήταν το Μανωλιό..
Μια δυνατή κραυγή βγήκε από τα σπλάχνα του Ορέστη .Παιδί μου!!! . Ο Μανωλιός σαν από ένστικτο γύρισε το κεφαλάκι του( ήταν το μόνο μέρος του σώματός του που όριζε) προς τα κει που ερχόταν η κραυγή. Το ουρλιαχτό του έσχισε την απανεμιά. Τα λουλουδάκια και τα φυλλώματα των δέντρων ελαφρά κουνήθηκαν σαν να τα χάιδεψε ένα αγέρι.

Δεν άντεξε ο Ορέστης ,λιπόθυμο τον πήρε το 166. Λιποθυμικό επεισόδιο γράψανε οι γιατροί στο βιβλίο τους.
Στο ίδρυμα δεν ξαναπήγε. Η Άννα πήγαινε πότε πότε με πατερίτσες να δει το παιδί της.
Ένα Σάββατο πρωί ,κτύπησε νωρίς το τηλέφωνο στο εργαστήριο της «Ζαχαροπλαστικής . Δεν ήταν πελάτης. ΄Ηταν ο Δ/ΝΤΗΣ του ιδρύματος.
«Ο Μανώλης πέθανε. Τον βρήκαν στο κρεβάτι του νεκρό το ξημέρωμα» .
Το πιστοποιητικό έγραφε ,,πνιγμός από αναρρόφηση κατά τον ύπνο. ΄Ήταν 18 χρονών.

Με τον Ορέστη σπάνια συναντιόμαστε. Τα νέα του τα μάθαινα από στενά συγγενικά του πρόσωπα που τότε ζούσαν στο περιβάλλον μου. ΄Ήμουν σίγουρη ότι και κείνος μάθαινε τα δικά μου, από το ίδιο κανάλι πληροφόρησης. Υπήρχε μια αμοιβαία εκτίμηση έως συμπάθεια μεταξύ μας πολύ πριν ακόμη βρεθούμε στο μετερίζι απ' όπου ο καθένας έδινε τον δικό του αγώνα.
Ένα κατακαλόκαιρο Κυριακάτικο πρωί ,πήγα με τα κορίτσια μου για μπάνιο στην πλάζ της Βούλας. Εκεί συνάντησα τον Ορέστη, ηλιοκαμένο, μια χαρά μέσα στο μαγιό του ,ούτε που του φαινότανε ότι είχε περάσει τα πενήντα. Με είδε πρώτος. Με φώναξε με ολοφάνερη χαρά με το όνομά μου.
---- Τι κάνεις, τι κάνουν οι κούκλες σου?»
----Καλά είναι, εδώ τις έχω ,να εκεί κολυμπούν» Εσύ πώς πάς?
---Μια χαρά είμαι( φαινότανε) ξέρεις ξαναπαντρεύτηκα. Να σου συστήσω την γυναίκα μου.
----Νατάσσα έλα δω, μην ντρέπεσαι μια παλιά καλή μου φίλη είναι η κυρία. Της έδωσα το χέρι με ανυπόκριτο χαμόγελο.
Δεν αιφνιδιάστηκα με τα νέα του. Τα είχα μάθει με όλες τις λεπτομέρειες, αλατοπιπερωμένες.
Ο Έρωτας τον έβαλε στο σημάδι, και η Νατάσσα, νεώτερή του κατά 27 χρόνια, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε σε πελάγη ευτυχίας, μακριά από την γωνιά της γης που είχε γράψει και θάψει την δική του αληθινή ιστορία.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Καθρέπτης μας είναι η πολιτεία και της μοιάζουμε.



Εύλογο είναι ,εν'όψη εκλογών φωνές να ακουστουν για να θυμίσουν την ύπαρξη του 10% του Ελληνικού Πληθυσμού που έχει «κατηγοριοποιηθεί» ως κοινότητα Ατόμων με Αναπηρία. Αν προσθέσει κανείς και τα μέλη των οικογενειών τους δεν γνωρίζω ποιος είναι ο πραγματικός πληθυσμός αυτών των πολιτών , ανάμεσά μας , που βιώνουν το πρόβλημα .

Περιμένουμε ν’ ακούσουμε τους φερέλπιδες υποψήφιους όλων των πολιτικών χώρων που θα μας εκπροσωπήσουν στην Βουλή των Ελλήνων να αναλάβουν την ευθύνη υλοποίησης Πολιτικών αποφάσεων που θα στηρίζουν και ρυθμίζουν την καθημερινότητα του Έλληνα πολίτη με Αναπηρία.

Είναι εξευτελισμός ,ταπείνωση της ανθρώπινης υπόστασης μας, να μας μοιράζουν ψίχουλα και να τα βαφτίζουν κοινωνικές παροχές για να μας κρατούν ομήρους με θα και θα και σχέδια επί χάρτου.

Ίσως σκεφτείτε δικαίως :
Υπάρχει ο Συνταγματικός χάρτης της Ελλάδος που στο άρθρο 21 ορίζει ξεκάθαρα τις υποχρεώσεις του Κράτους απέναντι στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού και ιδιαίτερα για τα Άτομα με πνευματική αναπηρία..

Δυστυχώς αγαπητοί συμπολίτες μου, οι επιταγές του συντάγματος δεν εφαρμόζονται για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού μας στο βαθμό που ορίζει το Σύνταγμα .
Ειδικότερα για τα ενήλικα ΑμεΝΥ που εγγίζουν το 4% επί του Συνόλου 10% των Αναπήρων της Ελλάδος δεν υπάρχει εθνικός σχεδιασμός για την δια βίου αξιοπρεπή Ζωή τους.

Το θέμα της δια βίου στήριξης των ΑΜΕΑ εν γένει είναι πολύ σοβαρό και δεν άπτεται μόνο του 10% του λαού μας και των οικογενειών τους. Αφορά τον Ελληνικό Πληθυσμό ,σ’ ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια , διότι εν δυνάμει όλοι οι πολίτες μπορεί να περάσουμε σε κάποια φάση της Ζωής μας στον χώρο της Αναπηρίας και είναι ανθελληνικό κι απάνθρωπο η Πολιτεία να περιθωριοποιεί τους Πολίτες της.

Ευθύνη των πολιτών είναι να υποχρεώσουν τους κατά τόπους υποψήφιους πολτικούς της επιλογής τους ,να δεσμευτούν ότι θα θεσμοθετήσουν συγκεκριμένα και ποια θα είναι τα μέτρα προστασίας για τις ευπαθείς ομάδες. Για να πάψουμε και μείς οι πολίτες να αλληλοκατηγορούμεθα ότι έχουμε ευθύνη για τις επιλογές μας, και να κλαψουρίζομε ότι….

Καθρέπτης μας είναι η πολιτεία και της μοιάζουμε.